Όσοι έχουν γενέθλια αυτόν τον μήνα έχουν συλλάβει ότι «το νόημα αναβλύζει από κρυφές πηγές, ενώ το μεταφέρουν ρυάκια που περνάνε δίπλα μας, κάνοντας ελάχιστο θόρυβο».
[mc4wp_form id="278"]
Όσοι έχουν γενέθλια αυτόν τον μήνα έχουν συλλάβει ότι «το νόημα αναβλύζει από κρυφές πηγές, ενώ το μεταφέρουν ρυάκια που περνάνε δίπλα μας, κάνοντας ελάχιστο θόρυβο».
Τη μοναδική φορά που την είδα, ήταν ήδη στην πιο «ψηλή κορυφή της Αντίπαρου». Έτοιμη για το μέλλον. Ήμουν παιδί ανάμεσα σε πολλά άλλα παιδιά. Αυτό καταλάβαμε, αυτό έγινε. Στην απογείωσή της, μάς χάρισε μωβ ανεμώνες και τη ζωή που δεν έζησε.
Το καλοκαίρι είναι μια μεγάλη γιορτή, ένα τεράστιο πάρτι γενεθλίων με χιλιάδες κεράκια σε μια ουράνια τούρτα, που όλος ο αέρας του κόσμου δεν φτάνει για να τα σβήσει. Χρειάζεται να μένουν εκεί αναμμένα για να υπάρξει αυτό το φως και το φως αυτό χρειάζεται για να γίνει μια απέραντη λευκότητα και να κρύψει κάθε ασχήμια.
Το σημαντικότερο και αναλοίωτο στοιχείο διαχρονικά παραμένει η αλήθεια. Είναι το στοιχείο, που προσδίδει αυθεντικότητα στα πάντα. Οι υπαρξιακές ανησυχίες των ανθρώπων είναι πάντα οι ίδιες και, όταν αυτές εκφράζονται αυθεντικά, — με οποιαδήποτε μορφή τέχνης, σε οποιοδήποτε χρόνο — περνάνε από χέρι σε χέρι.
Πριν δέκα χρόνια, καλοκαίρι πάλι, μπροστά μου, μια γυναίκα απάγγελνε το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.». Καθισμένη στον καναπέ της, φορούσε μαύρα γυαλιά και κόκκινο κραγιόν. Τα καλά της. Ήταν 87 χρόνων και είχε τέλεια μαλλιά. Έμενε στην οδό Καψάλη. Κάπνιζε.
Έχοντας μεγάλη αγάπη για την ιστορία, έχω την εντύπωση ότι η κατανόησή της σε βάθος έχει τη δυνατότητα να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Το να μοιράζεσαι, για παράδειγμα, μαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν από σκοτεινές εποχές – όπως το Ολοκαύτωμα ή άλλες γενοκτονίες – μοιάζει με το χτύπημα ενός συναγερμού που φωνάζει: αυτά δεν πρέπει να ξανασυμβούν. Κι όμως εξακολουθούν να συμβαίνουν. Πώς είναι δυνατόν; Μήπως υπάρχουν πάρα πολλοί κακοί άνθρωποι από όσους θα έπρεπε;
Ακούω τον ήχο του κλαρίνου του κι από εδώ που είμαι, εδώ που χάνουν, κάθε τόσο, τον προσανατολισμό τους αρχαία πουλιά και κουρασμένοι αέρηδες, αγιοποιώ ξανά και ξανά το χώμα και τις κοφτερές πέτρες, τις κορυφές και τα παγωμένα νερά, τα μονοπάτια των ηρώων, τα ίχνη της πετροπέρδικας, τα βελούδινα κέρατα του ζαρκαδιού, την ερημιά της πληρότητας.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που το Fortuno έγινε ο επιλεκτικός μας τόπος. Σήμερα, δεν θυμόμαστε απλώς. Σήμερα, ονειρευόμαστε, πιο συνειδητά από ποτέ, αυτή η ζωντανή κοινότητα συντακτών κι αναγνωστών να συνεχίζει να μεγαλώνει και να εμπνέεται.
Όταν ήμουν μικρή, είχα την Νεφελοκοκκυγία. Τόσο απλά, τόσο μοιραία, τόσο αναπόφευκτα. Και το θυμήθηκα σήμερα.
Δεν ξέρω, αν το φανταζόταν. Αυτή μόνο βρήκε την ανάποδη λέξη για να πει «καλημέρα». Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε σαν σήμερα, την 1 Ιουνίου 1940. Είναι η δεύτερη φορά που γράφω κάτι γι’ αυτήν.
Έμαθα πώς να μαθαίνω. Να παρατηρώ τα πάντα. Τα χέρια, τα βλέμματα, τα στόματα. Τους ανθρώπους πίσω απ’ το τιμόνι, τους ανθρώπους που περπατούν σιωπηλά. Η ακοή μου οξύνθηκε. Έπαιξα από την αρχή τα αγαπημένα μου τραγούδια, οι ήχοι και οι στίχοι έφταναν «πειραγμένοι» στ’ αυτιά μου. Μίλησα με μια κρυμμένη ορμή για όλα αυτά που μας καίνε– με το δίκιο μας και την καρδιά μας. Μέτρησα προσεκτικά τις λέξεις για να μην κάνω λάθος. Όχι επειδή φοβάμαι τον κίνδυνο να γίνω γελοίος, αλλά για να είμαι όσο πιο ειλικρινής μπορώ.
«Θα χρειαστούμε το σπίτι», άκουσα κι αμέσως έπεσαν πάνω μου τα παπαγαλάκια των κυπαρισσιών να με ραμφίσουν για την ονειροπαρμένη μου φύση. Τόσο απλά: «Θα χρειαστούμε το σπίτι». Τσοπ – τσοπ. Ψάξιμο, απογοήτευση, μετωπική με την πραγματικότητα του 2025 (όχι πως το 2019 ήταν αλλιώτικα τα πράγματα), μεταφορική, αποθήκες, κούτες, κλάματα, τα φυτά μου συμπεριφέρονται σαν να είναι χειμώνας, ακρίβεια, παραλογισμός, πείσμα.
[mc4wp_form id="278"]