Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε εντυπωσιακά τον τελευταίο αιώνα, φτάνοντας τα 73,8 έτη, κυρίως χάρη στη μείωση των λοιμωδών νοσημάτων, της μητρικής και παιδικής θνησιμότητας και στις προόδους στην πρόληψη και θεραπεία των χρόνιων παθήσεων.
Ωστόσο, μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Public Health διαπιστώνει ότι τα χρόνια που κερδίζονται δεν ζουν απαραίτητα με καλή υγεία. Οι συγγραφείς τονίζουν πως, με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής να ξεπερνά τη βελτίωση των υγιών ετών ζωής σχεδόν σε όλες τις 204 χώρες και περιοχές που αναλύθηκαν, τα συστήματα υγείας πρέπει να εστιάσουν όχι μόνο στην παράταση της ζωής, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας των επιπλέον αυτών ετών.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το 2023 οι άνθρωποι παγκοσμίως πέρασαν κατά μέσο όρο το 14,5% της ζωής τους με προβλήματα υγείας. Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής συνοδεύεται όλο και περισσότερο από μη θανατηφόρες ασθένειες και αναπηρίες.
Σε χώρες όπου οι κάτοικοι ζουν περισσότερο, διαπιστώθηκε επίσης ότι περνούν περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας. Αυτό υποδηλώνει πως το αυξημένο προσδόκιμο ζωής επεκτείνει την περίοδο ασθένειας και αναπηρίας κατά την ενήλικη ζωή, αντί να τη μεταθέτει μόνο στα τελευταία χρόνια.
Διαφορές μεταξύ χωρών και παράγοντες που επηρεάζουν
Το 2023, οι κάτοικοι των πλουσιότερων χωρών πέρασαν το 15,7% της ζωής τους σε κακή υγεία, ενώ η υποσαχάρια Αφρική είχε το μικρότερο χάσμα νοσηρότητας, στα 9 έτη.
Η Ολλανδία κατέγραψε τη μεγαλύτερη απόλυτη αύξηση: το ποσοστό της ζωής με προβλήματα υγείας ανέβηκε από 13,2% το 1990 σε 15,7% το 2023.
Τα μεγαλύτερα χάσματα νοσηρότητας — δηλαδή τα περισσότερα χρόνια ή η μεγαλύτερη αναλογία ζωής με προβλήματα υγείας — παρατηρούνται στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τον Καναδά. Αντίθετα, στη Nαουρού, τα Nησιά Σολομώντα και το Λάος, οι κάτοικοι περνούν τα λιγότερα χρόνια της ζωής τους με τέτοιου είδους προβλήματα.
Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι μη θανατηφόρες παθήσεις ευθύνονται για το 57,4% του παγκόσμιου χάσματος νοσηρότητας, καθώς αυξάνουν τον χρόνο που οι άνθρωποι ζουν με αναπηρία ή μειωμένη υγεία. Κύριοι παράγοντες είναι οι μυοσκελετικές διαταραχές όπως η οσφυαλγία, ψυχικές νόσοι, ασθένειες των αισθητηρίων οργάνων όπως η απώλεια ακοής λόγω ηλικίας και ακούσια τραύματα.
Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης οι διατροφικές ελλείψεις, οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, η φυματίωση και τα παραμελημένα τροπικά νοσήματα. Η μελέτη εντόπισε επίσης πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου όπως υψηλός δείκτης μάζας σώματος (BMI), παιδικός και μητρικός υποσιτισμός, χρήση καπνού, υψηλό σάκχαρο νηστείας και ατμοσφαιρική ρύπανση.
Η χρήση ναρκωτικών και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ήταν μεταξύ των δέκα κυριότερων παραγόντων κινδύνου μόνο στις ανεπτυγμένες χώρες. Αντίθετα, στην υποσαχάρια Αφρική ως βασικός παράγοντας αναδείχθηκε η μη ασφαλής σεξουαλική συμπεριφορά.
Προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας ζωής
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα ευρήματα εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα της κοινωνικής φροντίδας και την κατανομή πόρων μεταξύ πρόληψης, θεραπείας και καινοτομίας. Δεδομένου ότι το ποσοστό της ζωής σε κακή υγεία αυξάνεται σταθερά από το 1990, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για έμφαση στη «υγιή γήρανση», δηλαδή στη διατήρηση των λειτουργικών δυνατοτήτων που εξασφαλίζουν ευεξία στην τρίτη ηλικία σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ).
«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η περαιτέρω βελτίωση της υγείας του πληθυσμού δεν θα προέλθει μόνο από τη μακροβιότητα, αλλά κυρίως από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Christopher Murray, διευθυντής του Institute for Health Metrics and Evaluation (IHME) στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον.
Ο Murray πρόσθεσε: «Η πρόοδος στην υγιή γήρανση πρέπει να μετράται όχι μόνο σε έτη ζωής αλλά σε έτη καλής υγείας («healthspan»), επενδύοντας περισσότερο στην πρόληψη, τη διαχείριση χρόνιων ασθενειών και τη μακροχρόνια φροντίδα για να μειωθούν τα χρόνια που ζούμε με προβλήματα υγείας».
Οικονομικά μοντέλα δείχνουν ότι η βελτίωση της υγιούς γήρανσης μπορεί να αποφέρει μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη από την αύξηση του προσδόκιμου μέσω εξάλειψης συγκεκριμένων ασθενειών.
Η συν-συγγραφέας Catherine Bisignano τόνισε: «Για να βελτιώσουμε την υγιή γήρανση απαιτείται μεγαλύτερη εστίαση στις παθήσεις και τους παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν τα χρόνια αναπηρίας. Η έγκαιρη αντιμετώπισή τους μέσω πρόληψης και καλύτερης μακροχρόνιας φροντίδας μπορεί να έχει σημαντικό κοινωνικό, οικονομικό και συστημικό αντίκτυπο».
Η μελέτη καταλήγει καλώντας σε διαρκείς επενδύσεις στην πρόληψη, αποκατάσταση, ψυχική υγεία και χρόνιες φροντίδες — καθώς επίσης στη διευρυμένη πρόσβαση σε βοηθητικές τεχνολογίες και ολοκληρωμένα μοντέλα μακροχρόνιας φροντίδας.
