Το παρθένο ελαιόλαδο αποτελεί βασικό πυλώνα της μεσογειακής διατροφής και αναγνωρίζεται ευρέως για τα οφέλη του στην καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία. Ωστόσο, η άμεση επίδρασή του στον εγκέφαλο μέσω του πεπτικού συστήματος δεν είχε μελετηθεί εις βάθος σε ανθρώπους.

Μια νέα έρευνα από επιστήμονες του CIBEROBN στη Μονάδα Ανθρώπινης Διατροφής του Πανεπιστημίου Rovira i Virgili (URV), που ανήκει στο Institut d’Investigació Sanitària Pere Virgili (IISPV), αποκαλύπτει ότι το παρθένο ελαιόλαδο μπορεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προστασία της γνωστικής λειτουργίας μέσω της εντερικής μικροβιακής χλωρίδας.

«Πρόκειται για την πρώτη προοπτική μελέτη σε ανθρώπους που αναλύει ειδικά τον ρόλο του ελαιολάδου στην αλληλεπίδραση μεταξύ μικροβιώματος και γνωστικής λειτουργίας», εξηγεί η Jiaqi Ni, πρώτη συγγραφέας της δημοσίευσης και ερευνήτρια στο Τμήμα Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας του URV.

Για τη διεξαγωγή της μελέτης, η ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 656 άτομα ηλικίας 55 έως 75 ετών με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο—παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων. Οι πληροφορίες, που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος PREDIMED-Plus σε διάστημα δύο ετών, περιλάμβαναν την κατανάλωση διαφορετικών τύπων ελαιολάδου (παρθένου και ραφιναρισμένου), τη σύσταση της εντερικής μικροβιακής χλωρίδας και την παρακολούθηση των αλλαγών στη γνωστική λειτουργία.

Καλύτερη γνωστική λειτουργία και πιο πλούσιο μικροβίωμα

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όσοι κατανάλωναν παρθένο ελαιόλαδο αντί για ραφιναρισμένο παρουσίασαν καλύτερη εξέλιξη στη γνωστική λειτουργία και μεγαλύτερη ποικιλότητα στο εντερικό τους μικροβίωμα—έναν σημαντικό δείκτη υγείας του εντέρου και του μεταβολισμού. Αντίθετα, η κατανάλωση ραφιναρισμένου ελαιολάδου συνδέθηκε με μείωση της μικροβιακής ποικιλότητας με την πάροδο του χρόνου.

Η έρευνα ανέδειξε επίσης ένα γένος βακτηρίων στο εντερικό μικροβίωμα, το Adlercreutzia, ως πιθανό δείκτη της ευεργετικής συσχέτισης μεταξύ παρθένου ελαιολάδου και διατήρησης της γνωστικής λειτουργίας. Η διαπίστωση αυτή υποδηλώνει ότι μέρος των οφελών για τον εγκέφαλο θα μπορούσε να εξηγείται από την επίδραση του παρθένου ελαιολάδου στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος.

Τι κάνει όμως το παρθένο ελαιόλαδο πιο υγιεινό από το ραφιναρισμένο; Η βασική διαφορά βρίσκεται στη διαδικασία παραγωγής: το παρθένο εξάγεται αποκλειστικά με μηχανικές μεθόδους, ενώ το ραφιναρισμένο περνά από βιομηχανική επεξεργασία που αφαιρεί ακαθαρσίες αλλά καταστρέφει φυσικά αντιοξειδωτικά, πολυφαινόλες, βιταμίνες και άλλα βιοδραστικά συστατικά ωφέλιμα για την υγεία.

Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, η Jiaqi Ni επισημαίνει ότι «δεν έχουν όλα τα ελαιόλαδα οφέλη για τη γνωστική λειτουργία» και τονίζει την ανάγκη να προτιμάται το παρθένο έναντι του ραφιναρισμένου ελαιολάδου.

Η ποιότητα μετρά όσο και η ποσότητα

Ευρήματα όπως αυτά συμβάλλουν στην κατανόηση των μηχανισμών που συνδέουν την καρδιαγγειακή και γνωστική υγεία με το εντερικό μικροβίωμα. Ο Jordi Salas-Salvadó, επικεφαλής της μελέτης, υπογραμμίζει τη σημασία της ποιότητας του ελαιολάδου ως κεντρικού στοιχείου στη μεσογειακή διατροφή: «Η έρευνα αυτή ενισχύει την ιδέα ότι η ποιότητα των λιπαρών που καταναλώνουμε είναι εξίσου σημαντική με την ποσότητά τους· το παρθένο ελαιόλαδο όχι μόνο προστατεύει την καρδιά αλλά μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της εγκεφαλικής υγείας κατά τη γήρανση».

Ο καθηγητής του URV δίνει επίσης έμφαση στην ταυτοποίηση συγκεκριμένου μικροβιακού προφίλ που σχετίζεται με αυτά τα οφέλη, σημειώνοντας πως «ανοίγει τον δρόμο για νέες διατροφικές στρατηγικές πρόληψης προκειμένου να διατηρηθεί η γνωστική λειτουργία».

[mc4wp_form id="278"]