Πέρα από τη διαδρομή της στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η Δώρα Χρυσικού έχει συνδεθεί στη δημόσια εικόνα της και με την έννοια της αλληλεγγύης. Μια ξεχωριστή παρουσία που συχνά βρίσκει τρόπο να τοποθετείται σε ζητήματα που αφορούν στην εποχή και την κοινωνία. Με αφορμή την παράσταση «18/9», που ανεβαίνει στις 17 Ιουνίου στο Θέατρο Βράχων και είναι αφιερωμένη στον Παύλο Φύσσα, μιλά για τη μνήμη, τη δικαιοσύνη και το βάρος του να αφηγείσαι μια τέτοια ιστορία. Και, τελικά, για το τι σημαίνει να παίρνεις θέση — όχι μόνο ως καλλιτέχνης, αλλά ως άνθρωπος μέσα στον κόσμο.

Ξεκινώντας, η διαδρομή σου από τότε που άρχισες να ασχολείσαι με την υποκριτική μέχρι σήμερα είναι μεγάλη, με πολλούς σταθμούς, επιτυχίες και συνεργασίες σε κινηματογράφο, θέατρο και τηλεόραση. Ποιες στιγμές ή περιόδους ξεχωρίζεις μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια;

Σίγουρα ξεχωρίζω τη συνεργασία μου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, πριν ακόμη γίνω ηθοποιός. Τη θεωρώ σημαντική για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί η συνάντηση με έναν δημιουργό του δικού του μεγέθους υπήρξε καθοριστική για μένα σε πολλά επίπεδα: αισθητικά, ιδεολογικά, αλλά και ως προς την επαγγελματική μου στάση. Και δεύτερον, γιατί μέσα από αυτή τη διαδικασία ουσιαστικά «μπήκε μέσα μου» το μικρόβιο της υποκριτικής. Μετά τη συμμετοχή μου στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού», άρχισα, για πρώτη φορά, να σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο, ενώ μέχρι τότε ήμουν απόλυτα προσανατολισμένη στο να γίνω χορεύτρια.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν τα χρόνια μου στο Εθνικό Θέατρο, που αποτέλεσαν τα πρώτα μου ουσιαστικά βήματα για να καταλάβω τι σημαίνει αυτή η δουλειά, τι απαιτεί και πώς λειτουργεί στην πράξη. Ένας ακόμη σημαντικός σταθμός ήταν ο πρώτος μου μεγάλος ρόλος στο Ελεύθερο Θέατρο. Ήταν και η πρώτη μου οντισιόν, όπου με επέλεξε ο Κοραής Δαμάτης, με τον οποίο συνεργάζομαι και σήμερα στο «18/9». Οπότε η σχέση μας κρατάει από πολύ παλιά, από το 2001. Ήμουν τότε μόλις 22 χρόνων και ήταν ο πρώτος μου πρωταγωνιστικός ρόλος. Φυσικά, δεν μπορώ να μην αναφέρω το “Closer”, μια παράσταση με τον Γιώργο Κιμούλη, τη Ζέτα Δούκα και τον Νίκο Ψαρρά, ένας ρόλος που αγάπησα πολύ. Και, πάνω απ’ όλα, ξεχωρίζω το «18/9», τον μονόλογο που ξεκίνησα το 2024 και συνεχίζω να παίζω και φέτος.

Θα σε ρωτήσω γι’ αυτό στη συνέχεια, να μας πεις περισσότερα. Επίσης, διάβασα ότι πέρα από την υποκριτική έχεις σπουδάσει παιδαγωγικά και συμβουλευτική, ενώ έχεις προσφέρει και εθελοντικό έργο στο «ΚΕΘΕΑ» ή στη «Φλόγα». Αυτό δείχνει μια σταθερή, βαθιά σχέση με τον άνθρωπο. Τι είναι αυτό που τροφοδοτεί αυτή τη στάση ζωής;

Νομίζω ότι αυτό που με τροφοδοτεί είναι η βαθιά μου πίστη πως ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται πάντα στο κέντρο της προσοχής μας. Και ίσως και μια πολύ έντονη αίσθηση που είχα από μικρή, ότι χωρίς συλλογική δράση, χωρίς το «μαζί», χωρίς αλληλεγγύη, ο κόσμος δεν μπορεί να προχωρήσει πραγματικά.

Είμαι πολύ άνθρωπος της ομάδας και έχω συνειδητοποιήσει από νωρίς ότι η μοναξιά του να προσπαθεί κανείς μόνος του είναι μεγάλη και συχνά αδιέξοδη. Παράλληλα, είχα πάντα μέσα μου μια έντονη επίγνωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οπότε, όλα αυτά διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές μου. Αυτή την ανάγκη να υπάρχει η ανταλλαγή, η στήριξη, το να δίνουμε ο ένας το χέρι στον άλλον για να προχωράμε μαζί. Γιατί διαφορετικά, όταν μένει κανείς μόνος του, δύσκολα μπορεί να πάει πραγματικά μπροστά.

Πολύ σημαντικό αυτό. Ζούμε σε μια εποχή όπου η μία κρίση διαδέχεται την άλλη και συμβαίνουν πάρα πολλά πράγματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Πώς βλέπεις να αντανακλάται όλο αυτό στην τέχνη; Και, δεύτερον, αν όντως αντανακλάται, πιστεύεις ότι η τέχνη στέκεται στο ύψος των περιστάσεων;

Κοίτα να σου πω κάτι. Η τέχνη, γενικώς, πολλές φορές, όπως έλεγε και ο Θάνος Μικρούτσικος στο τραγούδι, αντανακλά τη ζωή. Απλώς η τέχνη είναι κάτι πολύ ευρύ. Άλλοτε στηλιτεύει ή παίρνει ως αφετηρία όσα συμβαίνουν γύρω μας κι άλλοτε μπορεί και να τους γυρίζει την πλάτη. Δεν θα ήθελα να είμαι αφοριστική απέναντι στο τι «πρέπει» να κάνει η τέχνη. Είναι μεγαλύτερη, πιο σύνθετη και, θα έλεγα, σοφότερη από όλους μας και πάντα βρίσκει τους δικούς της τρόπους να ισορροπεί. Υπάρχει επίσης τέχνη για όλους, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό και το πιο συγκινητικό. Κάθε άνθρωπος μπορεί να βρει κάτι που να τον αγγίξει μέσα σε αυτό το καταφύγιο που λέγεται τέχνη. Γι’ αυτό και δεν μου αρέσουν οι ελιτίστικες προσεγγίσεις ή ο σνομπισμός απέναντι σε διαφορετικά είδη τέχνης. Η τέχνη λειτουργεί συχνά παρηγορητικά, και θεωρώ πολύ σημαντικό – σχεδόν ιερό – το να μπορεί ο καθένας να βρίσκει παρηγοριά όπου μπορεί.

Εγώ δεν είμαι θρήσκα. Θα έλεγα ότι έχω μια μάλλον αθεϊστική στάση. Παρόλα αυτά, σέβομαι βαθιά την πίστη των ανθρώπων, γιατί καταλαβαίνω πόσο μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και καθαρτικά. Και δεν σου κρύβω ότι κάποιες φορές το έχω και ζηλέψει. Πρόσφατα, με την ασθένειά μου, το βίωσα πολύ έντονα. Όταν αρρώστησα, δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω με μια απλή ευχή τύπου «Θεέ μου, κάνε με καλά». Έπρεπε να στηριχθώ σε πολύ συγκεκριμένες διαδικασίες, στη λογική, στην ιατρική επιστήμη, σε έναν πιο συγκροτημένο τρόπο αντιμετώπισης. Και αυτό με έκανε, σε κάποιες στιγμές, αρκετά ελεγκτική.

Από αυτή την άποψη, η τέχνη ακολουθεί την εποχή της. Σε κάθε εποχή θα υπάρχουν αξιόλογα έργα και δημιουργοί. Αυτό που ίσως έχει αλλάξει σήμερα είναι η τεράστια πληθώρα παραγωγής. Με τα social media και την άμεση διάχυση της πληροφορίας, πολλά πράγματα φτάνουν παντού, αλλά μέσα σε αυτή την υπερπληθώρα μπορεί και να χάνονται άλλα. Παρόλα αυτά, δεν πιστεύω καθόλου ότι ζούμε σε «αντιηρωικές εποχές» ή ότι δεν παράγεται σημαντική τέχνη σήμερα. Φυσικά και παράγεται – πάντα παράγεται, γιατί η ανάγκη του ανθρώπου για έκφραση δεν παύει ποτέ. Ίσα-ίσα, σε περιόδους κοινωνικών εντάσεων και ανακατατάξεων, συχνά γεννιέται πολύ σπουδαία τέχνη. Και αυτό το βλέπουμε και διεθνώς, σε χώρες όπου υπάρχουν περιορισμοί ή λογοκρισία, όπως για παράδειγμα στο Ιράν, όπου παρ’ όλα αυτά αναδύεται μια εξαιρετικά δυνατή καλλιτεχνική φωνή. Γιατί η δημιουργία είναι, τελικά, ένας τρόπος να υπάρξεις και μια μορφή ελευθερίας.

Πολύ σωστά, συμφωνώ. Ας αναφερθούμε τώρα στην παράσταση «18/9». Πρόκειται για μια παράσταση αφιερωμένη στη μνήμη του Παύλου Φύσσα, η οποία ανεβαίνει στις 17 Ιουνίου στο Θέατρο Βράχων. Η ιδέα, όπως μου λες, προέρχεται από εσένα, ενώ το κείμενο υπογράφουν η Μαρία Λούκα και ο Κοραής Δαμάτης, ο οποίος έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία.

Δεν πρόκειται ακριβώς για μια «ιδέα» με την στενή έννοια του όρου, αλλά περισσότερο για μια εσωτερική ανάγκη: την ανάγκη να ειπωθεί αυτή η ιστορία. Μια ανάγκη που γεννήθηκε μέσα από μια ιδιαίτερη, σχεδόν προσωπική σύνδεση με τον Παύλο, αλλά και μέσα από τη γνωριμία με την οικογένειά του και κυρίως με την Μάγδα Φύσσα. Όλα αυτά συντέλεσαν ώστε να δημιουργηθεί η έντονη επιθυμία να αφηγηθώ αυτή την ιστορία με επιμονή και πάθος. Η αρχική σύλληψη διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του πρώτου δικαστηρίου, όπου η παρουσία μου ήταν συχνή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε μια από εκείνες τις μέρες, η Μάγδα Φύσσα μοίρασε κάτι τετραδιάκια, έξι χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου, στα οποία ήταν γραμμένο το σύνθημα: «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ. Παύλος Φύσσας».

Εκείνη την ημέρα, η Μάγδα Φύσσα μου έδωσε δύο τετράδια, ώστε το ένα να το δώσω στη Μαρία Παρέντη, δικηγόρο και στενή φίλη, η οποία εκείνη την περίοδο είχε μόλις γίνει μητέρα. Μου είπε να της πω να γράψει την ιστορία του Παύλου και να τη μεταφέρει κάποτε στην κόρη της. Η εμπειρία όλων αυτών των γονιών που έχουν χάσει τα παιδιά τους — παιδιά που έχουν δολοφονηθεί — δείχνει μια κοινή και αδιαπραγμάτευτη επιθυμία: να μη σβηστεί η μνήμη τους και να μη χαθεί η ιστορία τους. Αυτό είναι κάτι που συναντά κανείς σε κάθε γονιό που παλεύει για δικαιοσύνη. Μέσα από την ακρόαση της Μάγδας Φύσσα να επιμένει ότι αυτή η ιστορία πρέπει να γραφτεί, δημιουργήθηκε μια εσωτερική αναλαμπή και το ερώτημα πώς θα μπορούσα να συμβάλλω σε αυτό. Από εκεί γεννήθηκε η ιδέα ενός έργου για την ιστορία του Παύλου. Χρειάστηκε, ωστόσο, μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να αποκτήσει σαφή μορφή το μήνυμα που ήθελα να μεταδοθεί, καθώς η αρχική ιδέα ήταν ρευστή και εξελισσόταν σταδιακά.

Στην πορεία, προέκυψε η Δάφνη, η οποία συμπυκνώνει την εμπειρία του «μέσου ανθρώπου», όταν βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με την ίδια την Ιστορία. Ένας άνθρωπος που ζει μια προστατευμένη ζωή, όχι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος, με φόβους και καθημερινότητα, και που ξαφνικά γίνεται μάρτυρας μιας στυγερής δολοφονίας μπροστά του. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι κάνει τότε: πώς υπερβαίνει τους φόβους, τις αναστολές και τις συνήθειες του, ώστε να πράξει σύμφωνα με τη συνείδησή του.

Για τον λόγο αυτό αξιοποιήθηκαν δύο πραγματικές αυτόπτες μάρτυρες, δύο φοιτήτριες που βρίσκονταν στο παγκάκι της οδού Τσαλδάρη, τρώγοντας παγωτό, και έγιναν μάρτυρες της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Ήταν οι μόνες, μέσα σε ένα ευρύτερο πλήθος ανθρώπων, που προσήλθαν τόσο στο αστυνομικό τμήμα εκείνο το βράδυ όσο και αργότερα στο δικαστήριο, προκειμένου να καταθέσουν με ακρίβεια όσα είδαν. Οι καταθέσεις τους αποδείχθηκαν καθοριστικής σημασίας.

Αυτό, όμως, δεν έγινε χωρίς κόστος. Συνοδεύτηκε από φόβο, απειλές και ύβρεις που δέχθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρόλα αυτά, εκείνες άφησαν στην άκρη τον φόβο και έπραξαν αυτό που θεωρούσαν σωστό. Με στόχο να τιμηθεί αυτός ο «μέσος άνθρωπος» — που μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μικρός και μεγάλος, μυρμήγκι και γίγαντας, όπως όλοι μας εμπεριέχουμε αυτές τις αντιφάσεις — δημιουργήθηκε η Δάφνη. Τη συναντάμε τη μέρα που καλείται να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, και μέσα σε περίπου εβδομήντα λεπτά επί σκηνής ξεδιπλώνεται μια εσωτερική πάλη, ένα συνεχές εκκρεμές.

Θα πάει ή δεν θα πάει; Τη μία στιγμή αποφασίζει πως θα πάει, την επόμενη αμφιβάλλει και αναρωτιέται γιατί να το κάνει. Έπειτα συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν από εκείνη να ειπωθεί η αλήθεια, και αμέσως μετά επιστρέφει στον φόβο, γνωρίζοντας τις συνέπειες, τις επιθέσεις και το προσωπικό τίμημα που μπορεί να υποστεί.

Παράλληλα, στην παράσταση εντάσσεται ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης μέσα από μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα. Πρόκειται για πέντε βίντεο που βασίζονται στις πραγματικές καταθέσεις των δύο κοριτσιών στο δικαστήριο. Οι καταθέσεις αυτές απομαγνητοφωνήθηκαν και στη συνέχεια διασκευάστηκαν θεατρικά, με αποτέλεσμα οι δύο πραγματικές μάρτυρες να συμπυκνωθούν σε ένα πρόσωπο, τη Δάφνη. Έτσι, η παράσταση λειτουργεί και ως χρονικό: αναφέρεται στις δράσεις της Χρυσής Αυγής, σε ερωτήσεις της έδρας όπως διατυπώθηκαν στη δίκη, αλλά και στην ίδια τη δραματική στιγμή της δολοφονίας.

Πολύ ενδιαφέρον.

Στην παράσταση περιγράφεται εκείνο το βράδυ με τρόπο λεπτομερή και συγκλονιστικό: πώς άνοιξε ο κλοιός, πώς έφτασε ο Ρουπακιάς, πώς επιτέθηκε και μαχαίρωσε τον Παύλο Φύσσα, αλλά και πώς ο Παύλος έμεινε για λίγα λεπτά ακόμη ζωντανός, φτάνοντας μάλιστα να υποδείξει τον δολοφόνο του. Όλα αυτά συνθέτουν ένα έργο που κινείται σε ένα όριο ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο πραγματικό γεγονός. Γι’ αυτό και το χαρακτηρίζεις ως θεατρο-ντοκουμέντο: ένα έργο που αξιοποιεί δραματουργικά στοιχεία, χωρίς να απομακρύνεται από την πραγματικότητα, αλλά αντιθέτως τη μεταφέρει στη σκηνή με βάση αληθινά περιστατικά και μαρτυρίες.

Ακούγεται πραγματικά πολύ ενδιαφέρον. Υπάρχει μια γνωστή φράση που αποδίδεται στον Μαρκ Φίσερ, σύμφωνα με την οποία «είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού». Πρόσφατα, μάλιστα, κυκλοφόρησε και μια παραλλαγή της που αναφέρει ότι είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος της πατριαρχίας. Με αφορμή αυτό, και δεδομένου ότι έχεις τοποθετηθεί δημόσια για ζητήματα ανισοτήτων, έμφυλης βίας και κακοποιήσεων, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν θεωρείς ότι τα τελευταία χρόνια — ακόμη και μετά την ανάδυση του σχετικού κινήματος που έφερε αυτά τα ζητήματα στο προσκήνιο — έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικά.

Δεν συμμερίζομαι ούτε τη θέση του Φίσερ ούτε την παραλλαγή της. Θεωρώ ότι ήδη βιώνουμε το τέλος του καπιταλισμού να διαφαίνεται, και ακριβώς γι’ αυτό βλέπουμε όλα όσα συμβαίνουν σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο καπιταλισμός, κατά τη γνώμη μου, έχει φτάσει σε ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως πριν. Στρέφεται πλέον ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό και καταρρέει εκ των έσω. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα προλάβουμε να ζήσουμε τη μετάβαση ή αν θα παρακολουθήσουμε μόνο τη φθορά και την αγωνιώδη μεταμόρφωση αυτού του συστήματος. Και αν, μετά την πιθανή κατάρρευση, θα κινηθούμε προς πιο ριζοσπαστικές και ουσιαστικές κατευθύνσεις.

Αν όμως πίστευα ότι δεν υπάρχει ούτε προοπτική κατάρρευσης ούτε δυνατότητα άμβλυνσης της πατριαρχίας, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να συνεχίσω να στέκομαι όρθια και να προσπαθώ. Αυτές είναι μακροχρόνιες διαδικασίες, βαθιά ριζωμένες, που απαιτούν χρόνο και επιμονή. Επιπλέον, οι αλλαγές δεν είναι πάντα ορατές ή θεαματικές. Συχνά δεν κάνουν θόρυβο. Λειτουργούν υπόγεια, σχεδόν αθόρυβα, σαν μια σταγόνα που πέφτει διαρκώς πάνω στο μάρμαρο και το διαβρώνει με τον καιρό. Είναι μετατοπίσεις που μπορεί να περνούν απαρατήρητες, αλλά συμβαίνουν.

Σε ό,τι αφορά στην πατριαρχία, πάντως, ήδη βλέπουμε μεταβολές. Τόσο σε θεσμικό επίπεδο, μέσα από νόμους και παρεμβάσεις, όσο και στην καθημερινή ζωή. Και μόνο το γεγονός ότι έχουν εισαχθεί στον δημόσιο λόγο έννοιες όπως η πατριαρχία ή η «τοξική αρρενωπότητα» αποτελεί από μόνο του μια σημαντική αλλαγή. Πριν από λίγα χρόνια, ούτε καν αυτό δεν ήταν δεδομένο. Φυσικά υπάρχουν αντιδράσεις. Υπάρχει κριτική, ειρωνεία, επιθέσεις. Όμως τίποτα δεν μετακινείται χωρίς αντίσταση. Και βλέπω επίσης ότι σε αρκετά περιβάλλοντα, ειδικά στις νεότερες γενιές, υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση: τα νέα κορίτσια γνωρίζουν καλύτερα τα δικαιώματά τους και αρκετά νέα αγόρια είναι πιο ανοιχτά σε αυτές τις συζητήσεις. Δεν θεωρώ λοιπόν ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Αντίθετα, έχουν γίνει μετατοπίσεις, έστω και αν παραμένει ακόμη μεγάλος δρόμος μπροστά. Και γι’ αυτό δεν είμαι απαισιόδοξη. Μπορεί να μη ζω για να δω όλες τις αλλαγές που θα ήθελα, αλλά ήδη βλέπω να συμβαίνουν.

Εκτός από την προετοιμασία για την παράσταση «18/9», ασχολείσαι αυτή την περίοδο και με κάτι άλλο;

Ναι. Σε λίγο καιρό, ξεκινώ γυρίσματα για μια νέα σειρά στον Alpha. Παράλληλα, επανέρχεται η παράσταση “Vaginahood”, την οποία είχαμε παρουσιάσει πέρυσι με τη Ζέτα Δούκα, σε νέο χώρο και με κάποιες αλλαγές στους συντελεστές. Η Σοφία Ζαννίνου δεν θα συμμετέχει πλέον και τη θέση της θα πάρει η Τζένη Διαγούπη, ενώ η υπόλοιπη ομάδα παραμένει ίδια και τη σκηνοθεσία συνεχίζει να υπογράφει ο Άγγελος Μπούρας. Είμαστε πολύ χαρούμενες γιατί, παρότι πρόκειται για την ίδια παράσταση, στην ουσία είναι και μια νέα εκδοχή της.Παράλληλα υπάρχουν και άλλα σχέδια σε εξέλιξη, αλλά οι ρυθμοί είναι τέτοιοι που δεν χωράνε όλα μέσα στην εβδομάδα.

Μια τελευταία ερώτηση που συνηθίζω να κάνω σε όλες και όλους: νιώθεις ότι έχεις πραγματοποιήσει όσα ονειρευόσουν στην υποκριτική ή υπάρχει κάτι που θα ήθελες ακόμη να συμβεί;

Δεν θα το έλεγα έτσι. Δεν λειτουργώ με όρους επαγγελματικών ονείρων ή φιλοδοξιών του τύπου «τι θέλεις να παίξεις» ή «ποιο είναι το επόμενο βήμα». Τα δικά μου «όνειρα» είναι περισσότερο κοινωνικά παρά επαγγελματικά. Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στο να παίξω στην Επίδαυρο ή στο να σταματήσει ο πόλεμος στην Παλαιστίνη και να υπάρξει ειρήνη και δικαιοσύνη για έναν λαό που υποφέρει, θα επέλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη το δεύτερο. Η δουλειά μου με αφορά βαθιά και τη σέβομαι, αλλά δεν παίρνω τον εαυτό μου μέσα σε αυτήν τόσο σοβαρά. Με ενδιαφέρει περισσότερο να παραμένω αληθινή, να μη χάνω την ευαισθησία μου, να μπορώ να μιλάω χωρίς φόβο και να μην αυτολογοκρίνομαι.

Φυσικά υπάρχουν καλλιτέχνες που θαυμάζω και θα ήθελα να συνεργαστώ μαζί τους, όπως όλοι. Υπάρχουν επίσης πράγματα που θέλω να εκφράσω μέσα από τη δουλειά μου, όπως συνέβη με τον Παύλο ή με το “Vaginahood”. Όμως αυτό που με καθοδηγεί δεν είναι η φιλοδοξία, αλλά η ανάγκη. Και αν μιλάμε για καθαρά επιθυμίες, φυσικά και θα έλεγα ότι θα ήθελα να συνεργαστώ κάποια στιγμή με τον Αλμοδόβαρ. Αλλά αυτό ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της φαντασίας παρά του ρεαλισμού.

Γι’ αυτό μίλησα για όνειρα και όχι απαραίτητα για στόχους.

Ναι, αλλά ξέρεις τι νιώθω; Ότι είναι τόσο μικρή αυτή η ιστορία της προσωπικής επιτυχίας, της προσωπικής ανέλιξης ή της διασημότητας. Μου φαίνονται τόσο δευτερεύοντα όλα αυτά μπροστά σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

Δηλαδή αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε μπροστά σε τεράστιες παγκόσμιες κρίσεις. Ποια σημασία έχει αν εγώ, ως ηθοποιός σε μια μικρή χώρα, κάνω κάτι που κάποιοι θεωρούν σημαντικό; Και τελικά τι σημαίνει «σημαντικό»; Τι ορίζει την επιτυχία; Επιτυχία είναι να είσαι πλήρης με αυτά που κάνεις. Να νιώθεις ότι έκανες αυτό που πίστευες, ότι άφησες κάτι λίγο καλύτερο πίσω σου, ότι είχες έναν ρόλο μέσα στον κόσμο. Για μένα αυτό αρκεί.

Όταν, για παράδειγμα, γράφτηκε πρόσφατα ένα κείμενο για την παράστασή μου και ο συντάκτης έγραψε ότι είμαι ένας καθαρός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που αγωνίζεται, αυτή ήταν πολύ μεγαλύτερη χαρά για μένα από οποιαδήποτε διθυραμβική κριτική για την ερμηνεία μου. Το να πει κάποιος ότι βρήκε ένα αποκούμπι μέσα από τη δουλειά μου, ή ότι με θεωρεί έναν έντιμο άνθρωπο, έναν αγωνιζόμενο άνθρωπο, ότι δεν ξεστράτισα από αυτά που πίστευα ή ότι στάθηκα στη σωστή πλευρά της ιστορίας, για μένα είναι πολύ μεγάλο παράσημο. Το να πουν ότι ήμουν εξαιρετική παίζοντας τη Lady Macbeth είναι ασφαλώς τιμητικό, αλλά στην προσωπική μου κλίμακα αξιών δεν έχει την ίδια βαρύτητα.

Ναι, το καταλαβαίνω. Λοιπόν, Δώρα, αυτά είχα να σε ρωτήσω.

Χάρηκα πάρα πολύ γι’ αυτή την κουβέντα!

«Δεκαοχτώ Ενάτου» (18/9)

Συντελεστές

Ιδέα & ερμηνεία: Δώρα Χρυσικού
Κείμενο: Μαρία Λούκα, Κοραής Δαμάτης
Συμμετοχή στην α’ γραφή του δικαστικού κειμένου: Χρύσα Λύκου
Σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία: Κοραής Δαμάτης
Δημιουργία σκηνικού χώρου: Αρετή Μουστάκα
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Βίντεο παράστασης: Πηγή Δημητρακοπούλου
Μουσική επιμέλεια: Παύλος Ιωάννου
Εκφώνηση δελτίου ειδήσεων: Νατάσα Γιάμαλη
Φωνή μητέρας: Ασπασία Κράλλη
Φωτογραφίες: Μάριος Λώλος – Αλέξανδρος Κατσής
Artwork: Αντώνης Γλυκός

Πληροφορίες

Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» | Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026 | 21:30

Εισιτήρια ΕΔΩ

[mc4wp_form id="278"]