Ημερομηνία:July 17, 2026, Friday

Author page: Βασίλης Φωτόπουλος

Today:July 17, 2026, Friday

Author page: Βασίλης Φωτόπουλος

Άνθρωποι ταΐζουν ανθρώπους

Μην ανησυχείτε όμως, αδέρφια μου καταναλωτές. Δε γράφω μανιφέστο, ούτε ζω σε μια μαρξιστική φούσκα. Άλλωστε, πρώτα θα τελειώσει ο κόσμος και μετά ο καπιταλισμός. Θέλω όμως, μέχρι τότε, να ξεγελάσω κάπως την οργή μου. Είμαι ένα κομμάτι του συστήματος κι εγώ. Με χρησιμοποιεί εκατό φορές και το χρησιμοποιώ μία. Με αφήνει ακόμα να ονειρεύομαι έναν καλύτερο κόσμο και το αφήνω να πιστεύει ότι θα ζει για πάντα. Νομίζει ότι μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει κι εγώ νομίζω ότι μια μέρα θα το πατήσω στον λαιμό.

Μίλτος Πασχαλίδης: Η ουτοπία μπορεί να μην έρθει, αλλά ο μόνος τρόπος να πάμε κάπου καλύτερα είναι να κοιτάμε ψηλά

Η πρώτη φορά που άκουσα ζωντανά τον Μίλτο Πασχαλίδη ήταν τον Σεπτέμβρη του 2002, στην Καλαμάτα. Πήγαινα στη συναυλία έχοντας ήδη στις τσέπες μου τα «Χιτάκια», τις «Βυθισμένες Άγκυρες» και τις «Κακές Συνήθειες». Το τραγούδι που με συνεπήρε, όμως, εκείνο το βράδυ, ήταν το «Αγύριστο Κεφάλι», σε στίχους του Άλκη Αλκαίου. Κυρίως για τον τελευταίο του στίχο: «Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι και η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει». Από τότε αναρωτιέμαι τι απέγινε εκείνη η νύχτα. Περισσότερα από είκοσι χρόνια αργότερα, είχα την ευκαιρία να απευθύνω αυτό το ερώτημα στον ίδιο τον Μίλτο Πασχαλίδη. Τον συνάντησα σε μια ιδιαίτερη στιγμή της διαδρομής του, καθώς συμπληρώνει τριάντα χρόνια προσωπικής δισκογραφίας — μια πορεία που, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, ξεπέρασε τις προσδοκίες του. Μια πορεία γεμάτη τραγούδια που άντεξαν στον χρόνο, συναντήσεις με κορυφαίους δημιουργούς και μια διαρκή παρουσία που παραμένει ζωντανή, ουσιαστική και βαθιά συνδεδεμένη με την εποχή της. Στη συζήτηση που ακολουθεί μιλά για τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν, για το ελληνικό τραγούδι σήμερα, για τα νέα παιδιά που γεμίζουν ακόμη τις συναυλίες του, για μια κοινωνία που μοιάζει να αναζητά ακόμη τα σημεία στήριξής της. Και, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, επιστρέφουμε σε εκείνον τον στίχο που με ακολουθεί εδώ και δύο δεκαετίες, αναζητώντας αν η πιο μεγάλη νύχτα έχει τελικά ξημερώσει.

Από περιέργεια

Είμαι στον δρόμο. Ψάχνω να βρω ποια μουσική ταιριάζει ανάλογα με την ώρα και τις γρήγορες εναλλαγές του τοπίου. Τελικά διαλέγω κάτι χιλιοπαιγμένο στ’ αυτιά μου. Είμαι προβλέψιμος. Σπάνια βγαίνω από τη λούπα μου. Πάω στα ίδια μέρη, ακούω τα ίδια τραγούδια και κάνω τα ίδια λάθη. Παίζω ακόμα και τα ίδια παιχνίδια με το μυαλό μου.

18/9: Μια μαρτυρία απέναντι στον φόβο

Παρακολούθησα την παράσταση στις 17/06/2026 στο Θέατρο Βράχων. Οι άνθρωποι γύρω μου με δάκρυα στα μάτια χειροκροτούσαν όρθιοι, ασταμάτητα. Η Δώρα Χρυσικού είχε καταφέρει να μας βάλει στον ψυχισμό ενός ανθρώπου που αναμετριέται με κάτι που ξεπερνάει κάθε όριο αντοχής. Κοιτάζω στην πρώτη σειρά τη Μάγδα. Πάντα πρώτη. Κι ας μην ήθελε να βρίσκεται εκεί. Ξέρει ότι ο Παύλος της ζει στις καρδιές μας και στον ήχο των φωνών που όλες μαζί ουρλιάζουν: «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ».

Μικρή ζωή, πολλά βιβλία

Και κάπως έτσι, φτάνω, σιγά – σιγά, στο σημείο να αποκαλώ τους αγαπημένους και τις αγαπημένες μου συγγραφείς με τα μικρά τους ονόματα. Σαν να ανήκουν στην παρέα μου. Σαν να με ξέρουν καλά. Μέσα από όλα αυτά που διαβάζω, μπορώ να σου πω όλα όσα σκέφτομαι χωρίς να τα έχω γράψει εγώ. Ας μιλήσουν οι άλλοι για μένα, με όλα τα συγκινησιακά τους όπλα και να πουν κάτι που να μοιάζει με προτροπή. Κάτι που θα σε γοητεύσει περισσότερο από τις εξυπνάδες που λέω και γράφω.

Δώρα Χρυσικού: Χωρίς το «μαζί» ο κόσμος δεν μπορεί να προχωρήσει πραγματικά

Πέρα από τη διαδρομή της στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η Δώρα Χρυσικού έχει συνδεθεί στη δημόσια εικόνα της και με την έννοια της αλληλεγγύης. Μια ξεχωριστή παρουσία συχνά βρίσκει τρόπο να τοποθετείται σε ζητήματα που αφορούν στην εποχή και την κοινωνία. Με αφορμή την παράσταση «18/9», που ανεβαίνει απόψε στο Θέατρο Βράχων και αφορά στον Παύλο Φύσσα, μιλά για τη μνήμη, τη δικαιοσύνη και το βάρος του να αφηγείσαι μια τέτοια ιστορία. Και, τελικά, για το τι σημαίνει να παίρνεις θέση — όχι μόνο ως καλλιτέχνης, αλλά ως άνθρωπος μέσα στον κόσμο.

Τα μελλοντικά ερείπια

Θα έρθει η ώρα που θα γίνουμε κι εμείς αρχαίοι. Έχοντας αφήσει ένα ισχυρό αναλογικό και ψηφιακό αποτύπωμα θα είναι εύκολο για την επιστημονική κοινότητα να αναπαραστήσει τη ζωή μας. Σε περίπτωση όμως που θαφτούμε κάτω από τις συνέπειες μιας τεράστιας καταστροφής και η ζωή δεν επανέλθει ποτέ στη μορφή που την γνωρίζουμε, συχνά, σκέφτομαι τους αρχαιολόγους του μέλλοντος (ή τους εξωγήινους) να σκάβουν για να αναδείξουν τη σημερινή Αθήνα. Σε ποιο συμπέρασμα θα καταλήξουν, όταν θα φέρνουν στο φως σειρές από lockers στα κάγκελα των εισόδων των πολυκατοικιών; Τι θα λένε για τη ζωή μας, όταν θα ανακαλύψουν τα ίχνη των παπουτσιών μας πάνω σε ατέλειωτες ουρές; Πώς θα τους φανεί η κουλτούρα μας, όταν θα ξεθάψουν άπειρες μηχανές καφέ; Και κυρίως πού θα κατατάξουν τον πολιτισμό μας, όταν θα ξύσουν τις επιφάνειες των τοίχων και θα διαβάσουν ένα σύνθημα που λέει “Stop genocide”;

Μενέλαος Χαραλαμπίδης: Οι ιδέες ταξιδεύουν στις επόμενες γενιές

Ίσως η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα της συνέντευξης να βρίσκεται στη «μεγάλη επιστροφή» των 200 κομμουνιστών από το Σκοπευτήριο Καισαριανής. Η δύναμη αυτών των εικόνων είναι τεράστια. Οι άνθρωποι που φαίνονται σ’ αυτές, συγκίνησαν βαθιά την ελληνική κοινωνία ακόμη και ογδόντα χρόνια μετά, μας υπενθυμίζουν ότι όσο ιστορία συνεχίζεται, τόσο μεγαλώνει ο χώρος για δικαίωση αυτών που ονειρεύτηκαν τις όμορφες μέρες.

Αθανασία Κουρκάκη: Η τέχνη ως διαρκής μεταμόρφωση

Η Αθανασία Κουρκάκη ανήκει σε εκείνη την κατηγορία καλλιτεχνών που αντιλαμβάνονται την τέχνη ως μια διαρκή διαδρομή. Από τα πρώτα της βήματα στο τραγούδι και το θέατρο μέχρι τη σημερινή της παρουσία στη σκηνή, μιλά για τη σημασία της εξέλιξης, της συλλογικότητας και της εσωτερικής αναζήτησης. Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς, στρέφεται σε όσα δίνουν βάθος και νόημα: στη φωνή, στο σώμα και στη ζωντανή ανθρώπινη επαφή. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ξεδιπλώνει σκέψεις, εμπειρίες και στάσεις ζωής που φωτίζουν τη δική της καλλιτεχνική και προσωπική πορεία.

Όλα στη θέση τους (αταξινόμητο επίμετρο)

Ο ανώνυμος ήρωας ενός βιβλίου του Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς* παίρνει το τρένο αφήνοντας οριστικά πίσω τη ζωή του στην πόλη, σε μια πορεία απαλλαγής από τον εαυτό του και τους δισταγμούς του. Εμείς εδώ, οι επώνυμοι, όταν θέλουμε να κάνουμε το ίδιο παίρνουμε τα αυτοκίνητά μας. Τα οδηγούμε στη Δροσοπούλου και τη λεωφόρο Ηρακλείου και, αν τα αφήσουμε μόνα τους, ξέρουν το δρόμο για να γυρίσουν σπίτι. Όλες οι διαδρομές μας στην πόλη αποκτούν νόημα και υποβοηθούνται από ένα ανελέητο κυνηγητό. Τρέχουμε ο ένας πίσω από τον άλλον από περιέργεια ή από ανάγκη να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα μας. Από ένα σημείο και μετά η περιέργεια μετατρέπεται σε οργισμένη και παράλογη καταδίωξη. Εδώ είμαστε τώρα.

[mc4wp_form id="278"]