Σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων και διαρκών μετασχηματισμών, όπου ο κόσμος, έτσι όπως τον ξέρουμε, αλλάζει συνεχώς εικόνα, η φωνή των ανθρώπων που επιμένουν να παρατηρούν, να αναλύουν και να αφηγούνται με ευαισθησία και κριτική στάση γίνεται πιο αναγκαία από ποτέ. Η Μαρία Λούκα ανήκει σε αυτή την κατηγορία δημιουργών: με αφετηρία τη δημοσιογραφία και μετέπειτα μέσα από το ντοκιμαντέρ και τη συγγραφή, χαρτογραφεί ζητήματα, που βρίσκονται στον πυρήνα της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.
Με επίκεντρο τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις έμφυλες ανισότητες και τις μορφές εξουσίας, η δουλειά της συνδέεται με το συλλογικό βίωμα, επιχειρώντας να φωτίσει πλευρές της πραγματικότητας που συχνά αποσιωπώνται ή παραμορφώνονται. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για την πορεία της, τη σχέση της με τα κοινωνικά κινήματα, την κατάσταση των ελληνικών ΜΜΕ, αλλά και για τη σημασία της μνήμης, της αλληλεγγύης και της αντίστασης, σε μια εποχή που μοιάζει να δοκιμάζει τα όρια της αντοχής και της ελπίδας.

Σπουδάσατε ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι από το 2008 ως σήμερα, εργάζεστε ως δημοσιογράφος σε διάφορα μέσα, εστιάζοντας κυρίως σε θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων και κοινωνικής ανισότητας. Τι σας οδήγησε να στραφείτε σε αυτά τα θέματα;
Η αλήθεια είναι πως, τα τελευταία χρόνια, έχω κάνει μια επαγγελματική μετάβαση, από τη δημοσιογραφία στο ντοκιμαντέρ και τη συγγραφή είτε κειμένων ανάλυσης, είτε πιο λογοτεχνικών, αλλά το πεδίο του ενδιαφέροντός μου παραμένει ίδιο. Δηλαδή τα ζητήματα φύλου με μια διαθεματική προσέγγιση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο κρατικός αυταρχισμός, η ακροδεξιά βία, οι έννοιες του τραύματος και του πένθους. Αυτό που με οδήγησε εκεί και με κρατάει εκεί είναι πρωταρχικά το βίωμα και η πρόσληψη του κόσμου. Με απασχολούν την ίδια με έναν τρόπο συγκροτητικό και θεωρώ πως είναι απολύτως κρίσιμα για το πώς υπάρχουμε, πως πράττουμε, πώς σχετιζόμαστε μεταξύ μας και διαμορφώνουν την ποιότητα του βλέμματος που ρίχνουμε πάνω στη ζωή.
Θυμάμαι ότι το 2003, με την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, πραγματοποιήθηκαν μεγαλειώδεις διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων σε μεγάλο μέρος του κόσμου, δείχνοντας τα ισχυρά αντανακλαστικά ενός αντιπολεμικού κινήματος. Σήμερα, 23 χρόνια μετά, δε φαίνεται να υπάρχει αντίστοιχη μαζική αντίδραση απέναντι σε έναν ακόμη άδικο πόλεμο. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτή η διαφορά;
Όντως, τις θυμάμαι κι εγώ γιατί ήταν πάνω στην ενηλικίωσή μου κι από τις πρώτες μου εμπειρίες στον δρόμο. Σίγουρα είναι αποκαρδιωτικό το ότι σήμερα δεν έχουμε αντίστοιχες κινητοποιήσεις, ενώ είναι επιτακτικό. Εικάζω πως υπάρχουν αρκετοί λόγοι που συμβαίνει αυτό σχετιζόμενοι με την κυκλικότητα των ίδιων των κοινωνικών κινημάτων, που διανύουν περιόδους ύφεσης και άνθησης, με τη ματαίωση που βιώνει ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού από τα συνεχόμενα κρισιακά σπιράλ, με την αποσύνδεση από τα μεγάλα οράματα, με τους πολύ σκληρούς όρους επιβίωσης που σε στραγγίζουν από χρόνο, ενέργεια, δυνατότητες επεξεργασίας αυτού που συμβαίνει. Ωστόσο, δε μπορώ να παραβλέψω πως σε ένα τέτοιο συγκείμενο, σε μια εποχή διεθνούς αντιδραστικοποίησης, παρακολουθήσαμε να ραγίζει το συμπαγές τοίχος λογοκρισίας και τιμωρίας που ορθώθηκε από τις δυτικές εξουσίες για τη γενοκτονία στη Γάζα.
Εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στο δρόμο για τη Γάζα, δημιουργήθηκαν γενναίες και συγκινητικές πρωτοβουλίες, όπως το Global Sumud Flotilla, έγιναν παρεμβάσεις σε θεσμούς, σε φεστιβάλ, σε πανεπιστήμια. Δεν είναι πολύ. Τίποτα δεν είναι πολύ μπροστά στο διαρκές αποικιοκρατικό έγκλημα που συντελείται στα παλαιστινιακά εδάφη και στον συγκλονιστικό αγώνα των Παλαιστινίων για ζωή και ελευθερία. Έχει σημασία όμως να διαφυλάξουμε αυτή τη συλλογική εμπειρία της αλληλέγγυας δράσης, γιατί κατά τη γνώμη μου η πιο συντριπτική ήττα που μπορούμε να υποστούμε είναι να πιστέψουμε ότι δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Έχοντας ως αφορμή τον συνεχιζόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, παρατηρώ ότι η πλειονότητατων ελληνικών ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια προσεγγίζειτις κρίσιμες διεθνείς εξελίξεις (και όχι μόνο) μέσα από το πρίσμα της εγχώριας μικροπολιτικής αντιπαράθεσης. Συχνά, ως βασικό σημείο αναφοράς τίθεται η στάση της κυβέρνησης και των διεθνών της συμμαχιών, αντί για μια τεκμηριωμένη παρουσίαση των γεγονότων. Ποιοι παράγοντες, κατά τη γνώμη σας, έχουν συμβάλει σε αυτή την υποβάθμιση της ποιότητας της ενημέρωσης στην Ελλάδα;
Τα ελληνικά μίντια, πέρα από τα συστημικά προβλήματα διαπλοκής με την πολιτική εξουσία και τα οικονομικά συμφέροντα, πέρασαν μια τρομερή κρίση τη μνημονιακή περίοδο που είχε σαν αποτέλεσμα τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την απόλυση πολλών εργαζομένων, την επισφαλειοποίηση και τη συνακόλουθη αποεπένδυση από το περιεχόμενο. Δε νομίζω ότι συνήλθαν ποτέ από τότε. Αντίθετα, η πρόσδεση στην πολιτική εξουσία έγινε ακόμα πιο ισχυρή και εξόφθαλμη με αντίτιμο, καθιστώντας τα σε μεγάλο βαθμό ανυπόληπτα.
Από την άλλη, θα πω πως ακόμα και μέσα σε αυτές τις αποπνικτικές συνθήκες, έχουμε εξαιρετικές/ους δημοσιογράφους που επιμένουν στην τεκμηρίωση, στην κριτική στην εξουσία, στη συνομιλία με την κοινωνία, στις δεοντολογικές αρχές. Επίσης, για πρώτη φορά ίσως, στη δική μας γενιά τουλάχιστον, έχουμε μια αξιοσημείωτη και αξιοθαύμαστη πανσπερμία ανεξάρτητων δημοσιογραφικών ερευνητικών ομάδων, όπως το Reporters United, το Solomon, το Inside Story και άλλες που κάνουν απίστευτη δουλειά με κορωνίδα την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών. Έχει νόημα να τα θυμόμαστε κι αυτά, να στηρίζουμε την προσπάθεια γιατί είναι πολύτιμη για τη δημοκρατία.

Έχετε συμμετάσχει, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία σειρών ντοκιμαντέρ. Μια τέτοια σειρά είναι «Οι κυρίες του ρεμπέτικου», που προβάλλεται στην κρατική τηλεόραση, όπου υπογράφετε το σενάριο και συμμετέχετε στην αρχισυνταξία. Τι κρατάτε περισσότερο από αυτές τις γυναίκες και ποιος ήταν ο ρόλος τους στη διαμόρφωση της μουσικής κουλτούρας;
Κρατάω το πείσμα τους, την επιμονή τους να μπουν στον ανδροκρατούμενο και στιγματισμένο κόσμο του ρεμπέτικου σε μια εποχή που οι γυναίκες στην Ελλάδα δεν είχαν καν το δικαίωμα της ψήφου και ο μόνος χώρος που θεωρούνταν κοινωνικά κατάλληλος γι’ αυτές ήταν το σπίτι τους. Το ότι εκείνες οι γυναίκες τόλμησαν να σταθούν δίπλα στους άνδρες, να τραγουδήσουν, να διεκδικήσουν να πληρώνονται, να αμφισβητήσουν δηλαδή τη νόρμα, είναι από μόνο του μια ρήξη.
Μαζί με τη Νίνα Μαρία Πασχαλίδου γράψατε και σκηνοθετήσατε την ταινία «Survivors – Ξαναγράφοντας τον μύθο της». Μιλήστε μας για αυτή τη δουλειά και για το τι προσπαθήσατε να αναδείξετε μέσα από αυτήν.
Θα επαναλάβω κάτι που έχω γράψει κι άλλη φορά γιατί συνοψίζει το τι σημαίνει για μένα αυτή η ταινία: Όταν ξεκινήσαμε να συζητάμε για το Survivors, εγώ δεν ήμουν καν έγκυος. Τώρα που η ταινία μας έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, η κόρη μου είναι τριών ετών και χαίρομαι που κάποια στιγμή θα μπορέσει να τη δει. Μέσα από τις ιστορίες τριών καταπληκτικών γυναικών, νιώθω ότι βλέπουμε τη συλλογική μας ιστορία από την εποχή του μύθου, την ιστορία γυναικών και θηλυκοτήτων που έχουν υποστεί βία, που έχουν υπάρξει θύματα αλλά δεν είναι μόνο θύματα, είναι και μαχήτριες. Παρακολουθώντας την πορεία τριών γυναικών – επιζωσών έμφυλης βίας προς την ενδυνάμωση, μας ενδιαφέρει να μείνει ανοιχτός αυτός ο ορίζοντας του απεγκλωβισμού και να αναδειχθεί η μετασχηματιστική πνοή της φεμινιστικής αλληλεγγύης.
Ποιες είναι οι αιτίες που το 2026, σε μια σύγχρονη κοινωνία, όχι μόνο δεν έχει λυθεί το ζήτημα της ισότητας των φύλων, αλλά το μοτίβο της έμφυλης βίας επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά;
Η αιτία είναι η πατριαρχία και η διαπλοκή της με τα συστήματα ηγεμονίας του καπιταλισμού και του εθνοφυλετισμού και είναι κάτι που με διαφορετικές εκφάνσεις και διαφορετική ένταση, ισχύει σε παγκόσμιο επίπεδο. Από εκεί και πέρα, μιλώντας για την Ελλάδα ειδικότερα και για την εποχή μας, είναι αναγκαίο να επισημανθεί πως πάρά το γεγονός ότι αυτά τα θέματα πλέον έχουν αποκτήσει ορατότητα, πως έχουν γίνει επεξεργασίες, πως έχουν κατατεθεί προτάσεις, η θεσμική απροθυμία για οποιαδήποτε πρωτοβουλία στην κατεύθυνση της πρόληψης και της αντιμετώπισης είναι μνημειώδης και αρκούντως εύγλωττη.
Ενδεικτικά, θα αναφέρω κάποια από τα πράγματα που θα έπρεπε να είχαν γίνει: θεσμική αναγνώριση της γυναικοκτονίας, ενίσχυση του δικτύου δομών και υπηρεσιών για κακοποιημένες γυναίκες, εξατομικευμένο σχέδιο διαφυγής με τη συνδρομή και την προστασία του κρατικού μηχανικισμού για κάθε γυναίκα και θηλυκότητα που βρίσκεται σε απειλή, μακροπρόθεσμο πλάνο διασφάλισης της οικονομικής επιβίωσης για τις επιζώσες, δημιουργία εξειδικευμένων rapecenters σε κάθε πόλη, δημιουργία οικογενειακών δικαστηρίων για ταχείες και αποτελεσματικές εκδόσεις αποφάσεων, πρόσβαση σε δωρεάν και εξειδικευμένη νομική και ψυχολογική αρωγή για όλες τις επιζώσες, ευθυγράμμιση της δικαστικής λειτουργίας με τη νομολογία περί αποφυγής δευτερογενούς θυματοποίησης. Αυτά είναι κάποια άμεσα μέτρα που αν είχαν ληφθεί κάποιες θα είχαν σωθεί. Αλλά η Πολιτεία αδιαφορεί, συνεπικουρεί τον οργανωμένο μσογυνισμό με ρυθμίσεις όπως ο νόμος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια και πουλάει ποινικό λαϊκισμό που δε λύνει κανένα απολύτως πρόβλημα.

Πρόσφατα ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης μου είπε με αφορμή την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή: «το γεγονός αυτό άγγιξε και ευαισθητοποίησε την πλειοψηφία της κοινωνίας (μεταξύ άλλων) γιατί έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από τέτοιες στάσεις ζωής, ώστε μας φαίνονται σχεδόν αδιανόητες. Πολλοί άνθρωποι ζηλεύουν αυτούς τους ανθρώπους, όχι επειδή εκτελέστηκαν, αλλά επειδή είχαν μια αλύγιστη πίστη στις ιδέες τους». Είμαστε στ’ αλήθεια τόσο μακριά από το θάρρος και έχουμε χάσει την πίστη μας;
Πιστεύω πως μας διαπέρασε ένα ρίγος συγκλονισμού ακριβώς γιατί σ’ αυτά τα ιστορικά ντοκουμέντα βρήκαμε ένα θραύσμα καθαρής και γενναιόψυχης μνήμης, το οποίο το έχουμε ανάγκη σε ενεστώτα χρόνο που νιώθουμε συρρικνωμένες/οι. Έχουμε ανάγκη να θυμηθούμε ότι υπήρξαν αυτοί οι άνθρωποι, ότι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού δεν είναι κάτι αφηρημένο και απροσδιόριστο, είναι σάρκινη, είναι κομμάτι της συλλογικής μας ιστορίας και μπορεί να μας εμπνεύσει ξανά.
Ποια είναι τα πλάνα σας από δω και πέρα; Υπάρχει κάποια έντονη επιθυμία να ασχοληθείτε με κάποιο συγκεκριμένο θέμα;
Είναι μια αρκετά πυκνή περίοδος για μένα, με δημιουργικές, αλλά και εξουθενωτικές σε ορισμένες περιπτώσεις όψεις. Αρκετά πράγματα για τα οποία εργάστηκα για καιρό έχουν πάρει πλέον υλική υπόσταση, οπότε είναι ακόμα στην αρχή της διαδρομής τους που ελπίζω να είναι μεγάλη. Δηλαδή το βιβλίο που συνεπιμεληθήκαμε με τον Αντώνη Γαλανόπουλο εκδόθηκε πρόσφατα σε μια συνεργασία του Eteron με τις εκδόσεις Τόπος, ο θεατρικός μας μονόλογος «Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω» έχει ολοκληρώσει τον πρώτο του κύκλο, αλλά πιστεύω ότι έχει να κάνει πολλά σλάλομ ακόμα ανάμεσα σε νάρκες και η ταινία μας μόλις έκανε πρεμιέρα και ξεκινάει το ταξίδι της για να βρει το κοινό της. Στο Eteron, ετοιμάζουμε αρκετά ενδιαφέροντα καινούρια projects και στις αρχές του καλοκαιριού θα είναι έτοιμο ένα ντοκιμαντέρ του κάνουμε με τη Νιόβη Αναζίκου για το Κέντρο Διοτίμα με θέμα τη φροντίδα. Οπότε επιστρέφω πάντα στα θέματα που με ταλανίζουν με έναυσμα το συλλογικό βίωμα. Σκέφτομαι, όμως, πως σε μια ιστορική συγκυρία που δεν προσφέρεται για πλάνα, σχεδιασμούς κα όνειρα, μάλλον το σημαντικότερο πλάνο είναι να πιστέψουμε πως αξίζει να παλέψουμε για κάτι καλύτερο από τη δυστοπία που ζούμε.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτή την κουβέντα, κυρία Λούκα!
Κι εγώ!
