Μέχρι πόσο παλιά μπορείτε να θυμηθείτε; Όταν το προσπαθείτε, σας έρχονται στο μυαλό εικόνες -μήπως από φωτογραφίες;- και κάποια περιστατικά, από ποια ηλικία όμως; Οι ειδικοί μιλούν για την «παιδική αμνησία», μια κατάσταση που δεν μας επιτρέπει να διατηρούμε αναμνήσεις πριν από την ηλικία των τριών ετών. Οπότε είναι λογικό να αναρωτηθούμε, ως ενήλικες πλέον και γονείς, εάν έχει νόημα να ταξιδεύουμε μαζί με τα παιδιά μας όσο αυτά είναι μωρά και νήπια. Πριν όμως φτάσουμε σε αυτό το ερώτημα, ας δούμε τι συμβαίνει με τις αναμνήσεις των πρώτων παιδικών μας χρόνων.
Γιατί δεν έχουμε αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας;
«Υπάρχουν διαφορετικά είδη μνήμης. Η βραχυπρόθεσμη, που διαρκεί λίγο, και η μακροπρόθεσμη, η οποία περιλαμβάνει επιμέρους τύπους: την επεισοδική μνήμη, δηλαδή τις αναμνήσεις γεγονότων, την αυτοβιογραφική μνήμη που αφορά όσα μας συμβαίνουν, αλλά και άλλες, όπως η σημασιολογική μνήμη, που σχετίζεται με γενικές γνώσεις, κινητικές δεξιότητες και συνήθειες», εξηγεί η παιδοψυχολόγος Μάρτα Γκαρσία. «Σε ό,τι αφορά στις αναμνήσεις και τα γεγονότα, υπάρχει το φαινόμενο της παιδικής αμνησίας, δηλαδή η δυσκολία ανάκλησης αυτοβιογραφικών εμπειριών από τα πρώτα χρόνια της ζωής».
Σύμφωνα με την παιδοψυχολόγο, το όριο αυτό τοποθετείται συνήθως γύρω στα τριάμισι χρόνια, αν και διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Από εκείνη την ηλικία έως περίπου τα έξι, οι αναμνήσεις αρχίζουν να σχηματίζονται, αλλά «είναι σαφώς λιγότερες σε σύγκριση με τη μνήμη της ενήλικης ζωής». Παρότι η επεισοδική μνήμη δεν έχει ακόμη πλήρως αναπτυχθεί, οι υπόλοιποι τύποι μνήμης λειτουργούν.
Η βασική αιτία αυτής της έλλειψης πρώιμων αναμνήσεων βρίσκεται στον ιππόκαμπο, τη δομή του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για τη μνήμη. «Καθώς μεγαλώνουμε, ο ιππόκαμπος ωριμάζει. Όταν γεννιόμαστε, είναι ήδη σχηματισμένος, αλλά ανώριμος. Με τα χρόνια αναπτύσσεται και γίνεται ικανός να αποθηκεύει περισσότερες αναμνήσεις», εξηγεί η Εντούρνε Γκονθάλεθ, κλινική παιδοψυχολόγος και διευθύντρια του Inspira Center στην Ισπανία. Συμφωνεί ότι οι αναμνήσεις αρχίζουν να διαμορφώνονται γύρω στα τρία ή τέσσερα χρόνια. «Σε αυτή την ηλικία, ο ιππόκαμπος μπορεί πλέον να δημιουργεί και να αποθηκεύει μικρές αναμνήσεις. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι άνθρωποι έχουν μνήμες από τα δύο ή τρία τους χρόνια, αλλά είναι ιδιαίτερα εύθραυστες, επειδή ο ιππόκαμπος δεν λειτουργεί ακόμη επαρκώς».
Η Γκονθάλεθ υπογραμμίζει επίσης τον ρόλο της γλώσσας στην αφήγηση όσων καταγράφει ο εγκέφαλος και διακρίνει δύο τύπους μνήμης: την έκδηλη, που είναι συνειδητή και μπορεί να περιγραφεί, και την άδηλη, η οποία δεν είναι συνειδητή, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Science, με τίτλο Hippocampal Encoding of Memories in HumanInfants, τα βρέφη έχουν τη δυνατότητα να σχηματίζουν αναμνήσεις ήδη από τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, ακόμη κι αν αυτές δεν είναι ανακτήσιμες αργότερα. Η έρευνα υποστηρίζει ότι η παιδική αμνησία δεν οφείλεται τόσο στην αδυναμία καταγραφής των εμπειριών, όσο στη μετέπειτα δυσκολία ανάκλησής τους.
Αφού δεν θα το θυμούνται, γιατί να ταξιδεύουμε με τα παιδιά μας;
Αφού, λοιπόν, τα παιδιά δεν θα θυμούνται τις εμπειρίες ή τα χρήματα που ξόδεψαν οι γονείς για δραστηριότητες και ταξίδια στα πολύ πρώτα τους χρόνια, αξίζει όλη αυτή η προσπάθεια; Ή μήπως είναι προτιμότερο να περιμένει κανείς μέχρι την ηλικία όπου οι αναμνήσεις μπορούν να αποθηκευτούν μακροπρόθεσμα;
Η Γκονθάλεθ είναι κατηγορηματική. «Τα παιδιά δεν πρόκειται να θυμούνται όλα αυτά, όμως κρατούν το συναίσθημα ότι υπάρχει κάποιος που τα φροντίζει, τα προστατεύει και παίζει μαζί τους. Αν δεν έχουν αυτή τη σταθερή βάση ασφάλειας, θα εξελιχθούν σε ανασφαλείς ενήλικες, και εκεί βρίσκονται οι ρίζες συναισθηματικών προβλημάτων όπως το άγχος ή η κατάθλιψη». Προσθέτει ότι τα μωρά δεν χρειάζονται υπερφόρτωση εμπειριών, αλλά τα βασικά: στοργή, ασφάλεια και γονείς συναισθηματικά διαθέσιμους.
Για την Γκαρσία, το μοίρασμα εμπειριών με μικρά παιδιά, ακόμη κι αν δεν τις θυμούνται στο μέλλον, ενισχύει και εδραιώνει τον συναισθηματικό δεσμό γονέα και παιδιού, καθώς και την κοινωνική και γνωστική τους ανάπτυξη. Επισημαίνει, επίσης, ότι ορισμένες εμπειρίες είναι πιο εύκολο να ανακληθούν όταν έχουν έντονο συναισθηματικό φορτίο. «Ένα παιδί σχηματίζει πιο εύκολα μια ανάμνηση όταν αυτή συνδέεται με ένα σημαντικό πρόσωπο με το οποίο έχει ασφαλή δεσμό και όταν βιώνεται συναισθηματικά. Ακόμη και οι αναμνήσεις από ένα ταξίδι, όταν υπάρχει συναισθηματικό περιεχόμενο, έχουν περισσότερες πιθανότητες να διατηρηθούν».
Μπορεί οι γονείς να αισθάνονται ότι η προσπάθειά τους δεν ανταμείβεται, αφού τα παιδιά δεν θα θυμούνται αυτές τις στιγμές στο μέλλον; Γενικά, σύμφωνα με την Γκαρσία, αυτό δεν φαίνεται να τους απασχολεί ιδιαίτερα. «Στην πραγματικότητα, η φροντίδα που προσφέρουν οι γονείς στα μωρά τους ενισχύει τον δεσμό, ακόμη κι αν το παιδί δεν θα το θυμάται». Υπενθυμίζει ότι η προσκόλληση και η σχέση γονέα και παιδιού αρχίζουν να διαμορφώνονται ήδη από τους πρώτους μήνες ζωής. «Δεν έχει τόσο σημασία η ανάμνηση ενός συγκεκριμένου γεγονότος, όσο το τι μαθαίνει το παιδί μέσα από αυτό».
Για την Γκονθάλεθ, ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς διδάσκουν και αλληλεπιδρούν με τα πολύ μικρά παιδιά είναι καθοριστικός. Το ίδιο ισχύει και για το να νιώθουν τα παιδιά ότι τα βλέπουν, ότι οι γονείς είναι παρόντες και ότι έχουν την ελευθερία να εξερευνούν. «Δεν υπάρχει καλύτερο δώρο για έναν γονέα από το να γνωρίζει ότι το παιδί του είναι ασφαλές και ευτυχισμένο, και ότι έκανε το καλύτερο που μπορούσε με τα μέσα που διέθετε».
