Σίγουρα το έχετε ζήσει: νιώθετε χορτάτοι, το ξέρετε, αλλά μένει λίγο φαγητό στο πιάτο. Μερικές πιρουνιές ζυμαρικών, μια μπουκιά κοτόπουλο ή το τελευταίο κομμάτι από ένα brownie. Παρά τις αντιρρήσεις του στομαχιού σας, ο εγκέφαλός σας ψιθυρίζει «μην το πετάξεις». Αυτή η μικρή ενοχή για την τελευταία μπουκιά είναι τόσο βαθιά ριζωμένη που συχνά δεν τη συνειδητοποιούμε καν. Τελειώνουμε το φαγητό, νιώθουμε ταυτόχρονα ικανοποίηση και μια ελαφριά ενόχληση με τον εαυτό μας. Όμως, δεν πρόκειται απλώς για θέμα αυτοσυγκράτησης ή ευγένειας. Η ανάγκη να αδειάσουμε το πιάτο έχει βαθύτερες ρίζες στην ψυχολογία, την οικονομία και την πολιτισμική μας ιστορία.
Και όχι, παρά τη διαδεδομένη άποψη, δεν φταίει πάντα η μητέρα σας. Ακόμα κι όταν έχουμε αφθονία, ο εγκέφαλός μας συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει κίνδυνος έλλειψης.
Η καταγωγή του «Clean Plate Club»
Για δεκαετίες, κατηγορούσαμε τους γονείς μας που μας επέβαλαν να τελειώνουμε το φαγητό μας στο τραπέζι. Όμως εκείνοι ήταν απλώς προϊόντα της εποχής τους. Οι μεταπολεμικές γενιές έζησαν με δελτία τροφίμων και στέρηση, όπου η σπατάλη θεωρούνταν σχεδόν ανήθικη. Το γνωστό «φάε όλο σου το φαγητό, υπάρχουν παιδιά που πεινάνε στον κόσμο» δεν ειπώθηκε για να προκαλέσει ενοχές, αλλά ως αντανάκλαση πραγματικού άγχους για τη σπατάλη και την επιβίωση.
Το μήνυμα αυτό όμως παρέμεινε. Με την αύξηση της ευημερίας και της διαθεσιμότητας τροφίμων, μεγάλωσαν και οι μερίδες. Από τα μικρά πιάτα της δεκαετίας του 1950, περάσαμε στα σημερινά μεγάλα πιάτα των 30 εκατοστών, ενώ τα εστιατόρια σερβίρουν διπλάσιες ή τριπλάσιες ποσότητες απ’ όσες χρειαζόμαστε. Κι όμως, η ίδια ηθική παραμένει: αν αφήσεις φαγητό είσαι αχάριστος.
Οικονομική ψυχολογία και η παγίδα του «τα πλήρωσα»
Έτσι δημιουργείται ένα τέλειο μείγμα αφθονίας και νοοτροπίας στέρησης. Μπορεί να έχουμε περισσότερο από αρκετό, αλλά ο εγκέφαλος συνεχίζει να λειτουργεί με φόβο έλλειψης.
Επιπλέον, παίζει ρόλο και μια ισχυρή οικονομική ψευδαίσθηση: η «πλάνη του sunk cost». Πρόκειται για την ιδέα ότι αφού επενδύσαμε χρήματα ή χρόνο σε κάτι –όπως ένα γεύμα– πρέπει να πάρουμε «αξία», ακόμα κι αν δεν μας ωφελεί πλέον.
Γι’ αυτό τελειώνουμε άσχημες ταινίες ή βαρετά βιβλία, όπως και τρώμε πέρα από το σημείο κορεσμού. Τα 22 ευρώ που δώσαμε για τα ζυμαρικά μοιάζουν χαμένα αν τα αφήσουμε στο πιάτο, παρόλο που αν τα φάμε θα νιώσουμε δυσφορία για ώρες.
Παραδόξως, τρώγοντας παραπάνω δεν ανακτούμε τα χρήματα· απλώς προσθέτουμε δυσφορία. Όμως αυτή η συναισθηματική λογική δύσκολα αλλάζει. Ο εγκέφαλος ταυτίζει τη σπατάλη με αποτυχία κι έτσι καταπιέζουμε τα σήματα κορεσμού χάριν της οικονομικής «δικαίωσης».
Το συναισθηματικό βάρος του φαγητού
Αν όλα αυτά φαίνονται υπερβολικά για κάτι τόσο απλό όσο το τελείωμα του δείπνου, αυτό είναι το νόημα: Το φαγητό δεν είναι απλώς καύσιμο – είναι ταυτότητα, μνήμη και συναίσθημα. Πολλοί μεγαλώσαμε θεωρώντας γεμάτο πιάτο ίσον φροντίδα και αγάπη. Η σπατάλη μοιάζει με απόρριψη όλων αυτών.
Όπως εξηγεί ο ψυχολόγος Matthew Morand, «Όσοι τελειώνουν πάντα όλο το φαγητό τους δεν γεμίζουν μόνο το στομάχι τους αλλά συχνά καλύπτουν συναισθηματικά κενά, καθώς το φαγητό είναι αγχολυτικό και προκαλεί έκκριση ενδορφινών».
Υπάρχει όμως κι άλλος παράγοντας: ο έλεγχος. Σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, το να τελειώσεις όσα έχεις μπροστά σου δίνει μια αίσθηση ολοκλήρωσης. Μπορεί να μην μπορείς να λύσεις τα προβλήματα της καθημερινότητας ή της πολιτικής, αλλά μπορείς να αδειάσεις το πιάτο σου.
Πώς να ξεπεράσετε τις ενοχές της τελευταίας μπουκιάς
Το ζητούμενο δεν είναι να νιώθετε ντροπή επειδή τελειώσατε το φαγητό σας, αλλά να παρατηρήσετε γιατί το κάνετε και να δώσετε λίγο χώρο μεταξύ παρόρμησης και πράξης. Ορίστε μερικές απλές τεχνικές αναπλαισίωσης που προτείνει ο Morand:
Επαναπροσδιορίστε τη «σπατάλη»: Το φαγητό σπαταλιέται είτε πάει στα σκουπίδια είτε στο στομάχι σας όταν είστε ήδη χορτάτοι – η μόνη διαφορά είναι πώς θα νιώσετε μετά.
Κάντε παύση στα μισά: Ελέγξτε τον εαυτό σας πριν τελειώσετε. Ρωτήστε: «Αν σταματήσω τώρα θα νιώσω στέρηση ή ικανοποίηση;». Αυτή η σύντομη αυτοπαρατήρηση σπάει τον αυτόματο πιλότο.
Οπτική επανεκκίνηση: Σερβίρετε μικρότερες μερίδες ή χρησιμοποιήστε μικρότερα πιάτα· βάλτε τη μισή μερίδα σε κουτί πριν ξεκινήσετε σε εστιατόριο. Είναι πιο εύκολο να τρώτε συνειδητά χωρίς οπτική υπερφόρτωση.
Συμπόνια αντί για έλεγχο: Μην κάνετε την πράξη του να αφήνετε φαγητό ακόμη ένα ηθικό τεστ. Πείτε στον εαυτό σας: «Χόρτασα κι αυτό είναι εντάξει». Δεν είναι σπατάλη – είναι σεβασμός προς τις ανάγκες σας.
Η συνειδητή διατροφή δεν αφορά στον περιορισμό· αφορά στην επανασύνδεση με τον εαυτό σας. Είναι μια ήσυχη πράξη ακρόασης του σώματος αντί για τις αυτόματες συνήθειες.
Γιατί κάποιοι αφήνουν πάντα μια μπουκιά;
Ενδιαφέρον έχει ότι κάποιοι έχουν αντίθετη τάση: δεν αντέχουν να αδειάζουν εντελώς το πιάτο τους. Ίσως γνωρίζετε κάποιον (ή είστε εσείς) που πάντα αφήνει μια μπουκιά φαγητού κάθε φορά.
Αυτό μπορεί να προέρχεται από διάφορες αιτίες: Για κάποιους είναι μια λεπτή μορφή αντίδρασης στον κανόνα του άδειου πιάτου – μια δήλωση ανεξαρτησίας. Για άλλους αφορά τον αυτοέλεγχο – μια μικρή πράξη που δηλώνει ότι εκείνοι αποφασίζουν πότε τελείωσαν. Μπορεί επίσης να σχετίζεται με τους κανόνες ευγένειας – ότι αφήνοντας λίγο δείχνεις πως σερβιρίστηκες αρκετά.
Ωστόσο πολλές φορές αυτή η συνήθεια κρύβει άγχος γύρω από το φαγητό ή την ανάγκη επίδειξης αυτοσυγκράτησης. Όπως συμβαίνει και με την παρόρμηση του άδειου πιάτου, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι ιστορία λέει στον εαυτό του σχετικά με το αν θα τελειώσει ή όχι όλο του το φαγητό.
Ο Morand σημειώνει: «Το να αφήνει κάποιος πάντα μια μπουκιά ίσως υποδηλώνει προσπάθεια αυτοπεριορισμού ή ασυνείδητης ανάγκης ελέγχου στη ζωή του. Δυστυχώς μπορεί επίσης να κρύβει συναισθηματική δυσφορία γύρω από τη διατροφή, όπως ενοχές ή ανησυχία για τη σωματική εικόνα».
Από την υποχρέωση στην επιλογή
Είτε αδειάζετε πάντα το πιάτο είτε αφήνετε πάντα κάτι πίσω, η ουσία είναι μία: Τρώτε συνειδητά ή μηχανικά; Δεν φταίει ούτε η μητέρα σας ούτε ο πολιτισμός ούτε ο εγκέφαλός σας – πρόκειται απλώς για βαθύ προγραμματισμό. Για αιώνες η έλλειψη τροφής ήταν πραγματικότητα κι έτσι μάθαμε ότι πρέπει πάντα να τελειώνουμε όλο μας το γεύμα για λόγους επιβίωσης. Σήμερα όμως οι συνθήκες άλλαξαν, αλλά τα ένστικτα παραμένουν ίδια.
Η απελευθέρωση από τις ενοχές της τελευταίας μπουκιάς δεν απαιτεί αλλαγή όρεξης – αλλά αλλαγή νοοτροπίας: από την υποχρέωση στην επιλογή. Μερικές φορές, ό,τι καλύτερο μπορείτε να κάνετε για σώμα και μυαλό είναι να πάρετε μια βαθιά ανάσα, να αφήσετε κάτω το πιρούνι και να πείτε «είμαι εντάξει». Και φυσικά μπορείτε πάντα να απολαύσετε όσα απομείνουν αργότερα – χωρίς τύψεις αυτή τη φορά.
