Στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα», υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή, λίγο πριν οδηγηθούν οι 200 κομμουνιστές στον τόπο της εκτέλεσης. Ένας από αυτούς (ίσως ο γηραιότερος) μονολογεί και λέει: «χαλάλι, μωρέ, τα 25 χρόνια που πάλεψα, γιατί θα έρθουν οι όμορφες μέρες. Θα έρθουνε. Νιώθω καλά. Φεύγω σαν άνθρωπος». Η διαχρονική μου απορία είναι: δικαιώθηκε αυτός και οι άλλοι άνθρωποι που πίστεψαν το ίδιο; Και αν όχι, θα δικαιωθούν ποτέ;

Με αυτό το ερώτημα έκλεισε η συζήτησή μου με τον ιστορικό Μενέλαο Χαραλαμπίδη. Μια συζήτηση που ξεκίνησε από την αξία της μελέτης της ιστορίας ως εργαλείου κατανόησης της πραγματικότητας και πέρασε από τις μεγάλες τομές που διαμόρφωσαν το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Άγγιξε, επίσης, ζητήματα, όπως η μεταπολεμική διαχείριση της μνήμης της Εθνικής Αντίστασης, η ατιμωρησία των δωσίλογων και η θεσμική σιωπή που για δεκαετίες σκέπασε ίσως το πιο μεγαλειώδες κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Όσο για την απάντηση στο τελευταίο ερώτημα της συνέντευξης, μπορούμε να τη βρούμε στη «μεγάλη επιστροφή» των 200 κομμουνιστών από το Σκοπευτήριο Καισαριανής. Η δύναμη αυτών των εικόνων είναι τεράστια. Οι άνθρωποι που φαίνονται σ’ αυτές συγκίνησαν βαθιά την ελληνική κοινωνία ακόμη και ογδόντα χρόνια μετά. Χαμογελαστοί και με το κεφάλι ψηλά μπροστά στο θάνατο, μας υπενθυμίζουν ότι όσο η ιστορία συνεχίζεται, όσο οι ιδέες ταξιδεύουν στις επόμενες γενιές, τόσο μεγαλώνει ο χώρος για τη δικαίωση αυτών που ονειρεύτηκαν τις όμορφες μέρες.

Κύριε Χαραλαμπίδη, γιατί είναι σημαντικό να μελετάμε την ιστορία;

Είναι σημαντικό να μελετάμε την ιστορία, γιατί μέσα από αυτήν —ιδιαίτερα τη σύγχρονη, με την οποία μπορεί να έχουμε και μια βιωματική επαφή, καθώς την έχουν ζήσει άνθρωποι που μπορεί να έχουμε γνωρίσει— μπορούμε να αποκτήσουμε τις αντιληπτικές ικανότητες που μας βοηθούν να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο κόσμος γύρω μας. Η μελέτη της ιστορίας είναι πάρα πολύ χρήσιμη, όχι μόνο για να μάθουμε τι έγινε στο παρελθόν, αλλά και για να καταλάβουμε το σήμερα. Η πραγματική ιστορία απέχει πάρα πολύ από εκείνη που μαθαίνουμε στο σχολείο. Δεν έχει να κάνει μόνο με ημερομηνίες, πρόσωπα και ονόματα. Έχει κυρίως να κάνει με το να καταλάβουμε με ποιον τρόπο οι άνθρωποι, στο παρελθόν, πήραν τις αποφάσεις που πήραν, συμπεριφέρθηκαν όπως συμπεριφέρθηκαν και έδρασαν σε πολύ κρίσιμα γεγονότα. Επομένως, η ιστορία είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που μαθαίνουμε στο σχολείο και, αν μπούμε σε αυτή τη διαδικασία, αυτή η γνώση γίνεται πολύτιμη για να καταλάβουμε τι συμβαίνει σήμερα.

Κάτι σαν εργαστήριο πολιτικής σκέψης, δηλαδή.

Ναι, και πολιτικής σκέψης και κατανόησης της πραγματικότητας. Νομίζω ότι δύο είναι οι λέξεις-κλειδιά: η γνώση και η κατανόηση. Αυτές συνήθως πάνε μαζί. Οπότε αυτό είναι το κρίσιμο: να μπορέσουμε να αποκτήσουμε αυτή τη χρήσιμη γνώση, που θα μας βοηθήσει στο σήμερα.

Το πεδίο της έρευνάς σας, ιστορικά, είναι το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Κι αν θέλουμε να εστιάσουμε στην Ελλάδα, κάποια από τα σημαντικότερα γεγονότα είναι ο Μεσοπόλεμος και η δεκαετία του ’40. Έχετε πλούσια γνώση για το τι συνέβη στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ποια περίοδος θεωρείτε ότι καθόρισε περισσότερο την εξέλιξη του ελληνικού κράτους;

Είναι δύο οι κορυφαίες περίοδοι. Η πρώτη έχει να κάνει με τις τεράστιες αλλαγές που έφερε η Μικρασιατική Καταστροφή, με την άφιξη των Μικρασιατών προσφύγων. Ας σκεφτούμε ότι σε μια χώρα με 5,5 εκατομμύρια κατοίκους ήρθαν 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η χώρα μετά το 1922 είναι πλέον μια άλλη χώρα. Έτσι, αυτό που λέμε εμείς οι ιστορικοί —ότι μετά την Επανάσταση του 1821 ιδρύθηκε το Νέο Ελληνικό Κράτος— μπορεί να συμπληρωθεί ως εξής: μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έχουμε ουσιαστικά την επανίδρυση του κράτους, γιατί είναι τελείως διαφορετικό από εκείνο του 1912, όταν ξεκίνησε η δεκαετία των πολέμων. Σίγουρα, η Μικρασιατική Καταστροφή αλλάζει πάρα πολλά πράγματα —πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και γεωγραφικά— στη χώρα. Η δεύτερη κρίσιμη περίοδος, κυρίως για τις πολιτικές εξελίξεις, είναι η δεκαετία του ’40, κατά την οποία έχουμε πυκνά και καθοριστικά γεγονότα: τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά και, στη συνέχεια, τον καθεαυτό Εμφύλιο Πόλεμο. Επομένως, αν κάποιος ή κάποια ενδιαφέρεται να καταλάβει τις βαθιές αλλαγές και, κυρίως, το πώς διαμορφώθηκε το ελληνικό κράτος, θα πρέπει οπωσδήποτε να μελετήσει αυτές τις δύο περιόδους.

Η Αθήνα είναι ίσως η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που δε διαθέτει Μουσείο Εθνικής Αντίστασης. Επίσης, στο βιβλίο σας “Οι δωσίλογοι” παρουσιάζετε, μεταξύ άλλων, μια σειρά από στοιχεία και γεγονότα σχετικά με την ατιμωρησία των συνεργατών των δυνάμεων κατοχής μετά την απελευθέρωση τον Οκτώβρη του 1944. Μία ακόμα παράξενη πραγματικότητα είναι ότι στη σύγχρονη Ελλάδα δε γιορτάζεται το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, αλλά η αρχή του. Συνδέονται, άραγε, όλα αυτά τα γεγονότα μεταξύ τους; Αν κάποιος ρωτήσει «γιατί», υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής στην απάντηση;

Ναι, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής και έχει να κάνει με το πώς οικοδομήθηκε η μεταπολεμική Ελλάδα — ακόμη και με το ανθρώπινο υλικό από το οποίο συγκροτήθηκε. Τι εννοώ; Κομβικής σημασίας εδώ είναι τα Δεκεμβριανά και, βέβαια, ο Εμφύλιος. Στα Δεκεμβριανά, επειδή προηγούνται χρονικά, έχουμε μια καθοριστική ανατροπή: η μεγαλύτερη αντιστασιακή δύναμη, αυτή που κυριαρχούσε τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά μετά τη λήξη της Κατοχής —δηλαδή το ΕΑΜ— βρέθηκε στην πλευρά των ηττημένων. Έτσι, το μεταπολεμικό κράτος των «Εθνικοφρόνων», όπως ονομαζόταν τότε για να διαχωρίζεται από τους κομμουνιστές, οι οποίοι θεωρούνταν ότι δεν ανήκαν στο ελληνικό έθνος, στελεχώθηκε και από αρκετούς ανθρώπους που είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν κάθε λόγο να διαγράψουν το κατοχικό τους παρελθόν, καθώς επρόκειτο για ένα παρελθόν που δεν μπορούσε να μνημονεύεται δημόσια από όσους είχαν συνεργαστεί με τους Γερμανούς.

Σωστά.    

Αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος που δεν έδρεψε τις αντιστασιακές του δάφνες, ώστε να μπορέσει να καταλάβει μια τιμητική θέση στη μεταπολεμική Ευρώπη. Μετά τη λήξη του Πολέμου, οι Γάλλοι, οι Βέλγοι, οι Ολλανδοί, ακόμη και οι Ιταλοί, αλλά και οι Αυστριακοί, προσπάθησαν να αναδείξουν την αντιστασιακή τους δράση. Εμείς, αντίθετα, τη «χώνουμε κάτω από το χαλί», γιατί σε αυτή την αντιστασιακή δράση η μεγαλύτερη οργάνωση ήταν το ΕΑΜ, δηλαδή οι ηττημένοι των Δεκεμβριανών και, αργότερα, οι ηττημένοι του Εμφυλίου. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τις μακροχρόνιες διώξεις —δηλαδή το εμφυλιοπολεμικό καθεστώς που άρχισε να διαμορφώνεται αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά και κατέρρευσε με την πτώση της Χούντας το 1974— βλέπουμε ότι για περίπου τριάντα χρόνια, με πολύ μικρά διαλείμματα, κυριάρχησε αυτή η σκληρή Δεξιά που προέκυψε μετά τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο και η οποία επιδίωξε να διαγράψει αυτό το παρελθόν. Και αυτό για δύο λόγους: αφενός, επειδή ένα τμήμα της είχε στιγματιστεί από τη συνεργασία με τον Κατακτητή· αφετέρου, επειδή δεν μπορούσε να οικειοποιηθεί το αντιστασιακό κίνημα, καθώς αυτό ανήκε κυρίως στο ΕΑΜ. Έτσι επιβλήθηκε μια θεσμική σιωπή γύρω από τα ζητήματα αυτά. Γι’ αυτό δεν έχουμε Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, καθώς το ίδιο το θέμα της Εθνικής Αντίστασης υπονομεύτηκε πλήρως. Γι’ αυτό και δεν γιορτάζουμε τη λήξη του πολέμου, αφού αυτή συνδέεται με τη σύγκρουση που είχε ήδη αρχίσει από τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής ανάμεσα στο ΕΑΜ και τις λεγόμενες Εθνικές Οργανώσεις. Η σύγκρουση αυτή εκδηλώθηκε ανοιχτά στα Δεκεμβριανά και, αργότερα, στον Εμφύλιο. Αν, λοιπόν, γιορτάζαμε τη λήξη του πολέμου, θα έπρεπε να αναφερθούμε και στο ποιος συνέβαλε στην Απελευθέρωση — και εκεί θα έπρεπε να μνημονευτεί το ΕΑΜ. Το ΕΑΜ ήταν μια θεσμικά απαγορευμένη λέξη, τουλάχιστον μέχρι το 1974, για να μην πούμε μέχρι το 1982, όταν αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος. Καταλαβαίνετε, επομένως, ότι όλο αυτό το σύνθετο πλέγμα συνθηκών μάς οδήγησε σε πολλές συνέπειες — όχι μόνο σε σχέση με τα ζητήματα που προαναφέραμε, αλλά και σε άλλα θέματα που μας απασχολούν ακόμη και σήμερα.

Το θέμα των τελευταίων ημερών είναι οι φωτογραφίες της Καισαριανής από την εκτέλεση των 200 Κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944. Διακρίνω ότι η πλειοψηφία του κόσμου αισθάνθηκε και περηφάνια και δέος· αναπτύχθηκε ένα έντονο κοινωνικό συναίσθημα. Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο λόγος;

Πρώτα απ’ όλα, είναι η δύναμη των ίδιων των φωτογραφιών. Ακόμη κι αν δεν γνωρίζει κανείς το ιστορικό πλαίσιο, βλέπει ανθρώπους να βαδίζουν προς το εκτελεστικό απόσπασμα με θαρραλέα στάση. Αυτό από μόνο του είναι συγκλονιστικό. Οι φωτογραφίες είναι εξαιρετικά δυνατές — κυρίως εκείνη στην οποία περπατούν κοιτάζοντας τον φακό, ενώ φαίνεται πως τραγουδούν. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από τέτοιες στάσεις ζωής, ώστε μας φαίνονται σχεδόν αδιανόητες. Πολλοί άνθρωποι ζηλεύουν αυτούς τους ανθρώπους — όχι επειδή εκτελέστηκαν, αλλά επειδή είχαν μια αλύγιστη πίστη στις ιδέες τους. Οι ιδέες, εδώ και πολλά χρόνια, έχουν πολεμηθεί με φανατικό τρόπο. Έχει καλλιεργηθεί μια αντίληψη ότι όλα πρέπει να παρουσιάζονται με έναν απολίτικο τρόπο, σαν να είναι κακές οι ιδεολογίες. Ξαφνικά, λοιπόν, εκεί που πολλοί πίστεψαν ότι οι ιδέες «χρεοκόπησαν», βλέπουν ανθρώπους να βαδίζουν προς τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά, ακριβώς επειδή πιστεύουν σε αυτές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε δύσκολες εποχές, όπου η αξιοπρέπεια των ανθρώπων συχνά καταρρακώνεται από τη δύναμη των ισχυρών. Οι ισχυροί μοιάζει να κάνουν ό,τι θέλουν, χωρίς να τηρούν νόμους, υποσχέσεις ή τη διεθνή νομιμότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι άνθρωποι βλέπουν σε αυτές τις φωτογραφίες «τους δικούς τους» αδύναμους ανθρώπους, οι οποίοι ακόμη και με τον θάνατό τους μοιάζουν να νικούν εκείνους που κατέχουν την ισχύ. Οι όροι αντιστρέφονται. Όταν ο Γερμανός υπαξιωματικός τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες —πιθανότατα καμαρώνοντας— δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 80 χρόνια μετά μια ολόκληρη κοινωνία θα συγκλονιζόταν, παίρνοντας όμως το μέρος εκείνων που ο ίδιος θεωρούσε αδύναμους. Όλα αυτά —και πολλά ακόμη— νομίζω ότι αγγίζουν τους ανθρώπους σήμερα. Τους υπενθυμίζουν ότι τα σημαντικά πράγματα δεν είναι μόνο η οικονομική ανάπτυξη, οι ισολογισμοί ή οι προϋπολογισμοί. Τα ουσιώδη ίσως βρίσκονται αλλού. Για τους νέους ανθρώπους, αυτή η φωτογραφία ανοίγει άλλα ερωτήματα και άλλους δρόμους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να διερευνήσουμε γιατί αυτές οι εικόνες συντάραξαν σε τόσο μεγάλο βαθμό την ελληνική κοινωνία. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο — και κανείς δεν το περίμενε.

Είδαμε πολλές αναλύσεις και αρθρογραφίες στον αστικό Τύπο, οι οποίες προσπάθησαν να αποδομήσουν το γεγονός, να απαξιώσουν την ιδεολογία των εκτελεσμένων και να ευτελίσουν τη συζήτηση στο σήμερα, χρησιμοποιώντας και τη θεωρία των δύο άκρων. Μια θεωρία που τα τελευταία χρόνια αναμασάται, όχι μόνο από την εγχώρια δεξιά και άκρα δεξιά, αλλά ακόμη και από επίσημα χείλη Ευρωπαίων αξιοματούχων. Θα ήθελα το σχόλιό σας για αυτήν την ταύτιση που επιχειρείται.

Αφήνω τα χυδαία σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, γιατί δεν πρέπει να ασχολούμαστε με αυτά. Θα μιλήσω, όμως, γι’ αυτούς που προσπάθησαν να αρθρογραφήσουν ή, τέλος πάντων, να διατυπώσουν έναν συγκροτημένο λόγο στον δημόσιο χώρο. Είναι γεγονός ότι η Δεξιά αισθάνεται άβολα —και λέω «Δεξιά», γιατί η Δεξιά πάντα υπάρχει— με αυτά τα γεγονότα, όπως η Κατοχή ή το Πολυτεχνείο. Η Δεξιά δεν βλέπει τον εαυτό της ιδιαίτερα στο αντιστασιακό κίνημα, ενώ η Αριστερά μπορεί να τον βλέπει. Γι’ αυτό η Δεξιά τέτοια γεγονότα προσπαθεί πάντα να τα υπονομεύει. Είναι κατανοητό, αλλά άλλο αυτό και άλλο να προσπαθείς με ύποπτους τρόπους να απαξιώσεις το γεγονός. Η Αριστερά διαχρονικά, και ιδιαίτερα την περίοδο της Κατοχής, και συγκεκριμένα το Κομμουνιστικό Κόμμα, ήταν ο πολιτικός φορέας με τους περισσότερους νεκρούς, με τεράστια διαφορά. Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα. Αν δε μας αρέσει, είναι δικό μας πρόβλημα, όχι πρόβλημα της ιστορίας. Αυτά τα θέματα οι ιστορικοί τα έχουμε λήξει εδώ και χρόνια. Δεν τίθεται ζήτημα για το τι ήταν αυτοί οι άνθρωποι και πώς πρέπει να τους χαρακτηρίσουμε. Αυτά είναι δικά μας προβλήματα, του σήμερα. Να τους πούμε Έλληνες, πατριώτες, κομμουνιστές; Και τα τρία ήταν —αλλά στο εκτελεστικό απόσπασμα οδηγήθηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές. Το λέει και η ίδια η διαταγή του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή: γιατί ήταν κομμουνιστές. Ένα από τα δύσκολα πράγματα προς διαχείριση από τη Δεξιά σήμερα είναι η φωτογραφία. Η χυδαιότητα που επιβάλλονται πολλά πράγματα στη δημόσια σφαίρα, ακόμη κι αν δεν ισχύουν, είναι εμφανής. Άνθρωποι σε δημόσια πόστα εκφέρουν έναν ακροδεξιό λόγο, έναν λόγο ανορθολογισμού, θέλοντας μάλιστα να τον επιβάλλουν. Αυτές τις φωτογραφίες, όμως, δεν μπορείς να τις «τουμπάρεις», δίνοντάς τους μια διαφορετική ερμηνεία. Είναι πολύ ξεκάθαρο τι λένε αυτές οι φωτογραφίες, και γι’ αυτό είναι πολύ αμήχανη η θέση των ανθρώπων που αρθρογραφούν. Πολλοί έχουν και μεγάλη νευρικότητα — όλα δείχνουν ότι έχουν νευριάσει από αυτό που βλέπουν. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά για την κατανόηση της πολιτικής πραγματικότητας σήμερα. Ήρθε ένα γεγονός από το πουθενά και έχει αναταράξει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Έχει σημασία να δούμε πώς αντιδρά η μία και η άλλη πλευρά και, γενικότερα, το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Και μια τελευταία ερώτηση, με αφορμή ξανά το γεγονός της εκτέλεσης και την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» που είναι το κεντρικό της θέμα: Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια σκηνή λίγο πριν φύγουν από το Χαϊδάρι, όπου ένας μελλοθάνατος —ίσως ο επικεφαλής τους— λέει: «χαλάλι μωρέ τα 25 χρόνια που πάλεψα», ταυτίζοντας τον αγώνα του με την ίδρυση του Σ.Ε.Κ.Ε., για να συνεχίσει λέγοντας ότι «θα έρθουν οι όμορφες μέρες. Θα έρθουνε. Νιώθω καλά. Φεύγω σαν άνθρωπος». Θα ήθελα να σας ρωτήσω: θα δικαιωθεί ποτέ αυτός ο άνθρωπος που πίστεψε τότε κάτι τέτοιο;

Είναι εκατομμύρια οι άνθρωποι που πέθαναν πιστεύοντας σε παρόμοια πράγματα σε όλον τον κόσμο. Δεν ξέρω αν θα δικαιωθούν· αυτό θα φανεί στην πορεία. Σήμερα, που ζούμε σε μια πολύ ζοφερή περίοδο —πολύ πιο ζοφερή απ’ ό,τι θα περιμέναμε πριν από τρία χρόνια—, όπου η ακροδεξιά προωθεί με εντυπωσιακή ταχύτητα τη δική της ατζέντα σε όλον τον πλανήτη, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν μάταια. Όμως δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε τι θα φέρει το μέλλον. Κάποτε, μετά την πτώση του Τείχους και των καθεστώτων του Υπαρκτού ή ανύπαρκτου Σοσιαλισμού, κάποιοι είπαν ότι αυτό ήταν «το τέλος της ιστορίας». Και πολύ σύντομα διαψεύστηκαν. Η ιστορία δεν τελειώνει έτσι. Η ιστορία συνεχίζεται, γιατί οι άνθρωποι τη γράφουν. Όσο υπάρχουν ανθρώπινες κοινωνίες, θα υπάρχει και ιστορία.

Ίσως ο αγώνας να φαίνεται πολλές φορές μάταιος, αλλά ποτέ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς αυτός ο αγώνας και οι ιδέες μπορούν να περάσουν σε επόμενες γενιές και να εμφανιστούν ξανά. Ένα πολύ πετυχημένο πρωτοσέλιδο της «Εποχής» έλεγε «Η μεγάλη επιστροφή», δείχνοντας αυτή τη φωτογραφία. Έχουμε λοιπόν μια μεγάλη επιστροφή τώρα. Δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει, αλλά αυτό που συνέβη δεν είναι κάτι απλό. Αυτή είναι η γοητεία των ιδεών —και η γοητεία της πολιτικής. Πάντα μας φέρνει απέναντι σε καταστάσεις που δεν τις περιμένουμε. Και αυτό είναι, τελικά, και το όμορφο στη ζωή.

Κύριε Χαραλαμπίδη, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας.

Κι εγώ.

[mc4wp_form id="278"]