Η Βάσια Λακουμέντα είναι μία καλλιτέχνιδα που κινείται με εκπληκτική φυσικότητα ανάμεσα σε διαφορετικά εκφραστικά πεδία, συνθέτοντας το θέατρο, τη μουσική και τον χορό σε μια αδιάκοπη δημιουργική ροή. Με πλούσιες συνεργασίες και αδιάκοπη αναζήτηση, προσεγγίζει την τέχνη όχι απλώς ως έκφραση, αλλά ως πεδίο έρευνας, εσωτερικής μετακίνησης και ουσιαστικής επικοινωνίας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Βάσια μοιράζεται τους σταθμούς της πορείας της, αποκαλύπτει τη σχέση της με την υποκριτική και το τραγούδι, φωτίζει τη δύναμη της ευαλωτότητας και δείχνει πώς η τέχνη παραμένει ένας χώρος διαρκούς μεταμόρφωσης και προσωπικής ανακάλυψης.

Πώς ξεκίνησε το ταξίδι σας στην τέχνη και ποιοι ήταν οι βασικοί σταθμοί του μέχρι σήμερα;

Από πολύ μικρή ηλικία ασχολήθηκα με τη μουσική και τον χορό. Στη εφηβεία μου μπήκα στο φυτώριο του Βαγγέλη Σειληνού και στη συνέχεια της Ραλλούς Μάνου. Οι γονείς μου ασχολούνταν επαγγελματικά με το θέατρο. Το είχα γνωρίσει από μέσα. Παράλληλα με τη δραματική σχολή έπαιζα σε θέατρο για παιδιά. Είμαι ευγνώμων για τις δασκάλες μου Άννα Μακράκη, Εύα Κοταμανίδου, Έρση Μαλικένζου και για την μέχρι τώρα συνεργασία μου με τον μουσικοσυνθέτη Τάσο Καρακατσάνη.

Νιώθω περήφανη για τις συνεργασίες μου με το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Βορείου Ελλάδος. Το πέρασμά μου από την ΕΡΤ, το Greek Cultural Center στη Νέα Υόρκη, η συνεργασία μου με τον Γιάννη Ιορδανίδη και τον Γιώργο Μιχαηλίδη μου έδωσαν μεγάλη χαρά. Καθώς και δύο διακρίσεις μου σε δύο ταινίες μικρού μήκους. Βασικός σταθμός το δίπλωμα κλασικού τραγουδιού με τη Νίνα Καλούτσα και το Μεταπτυχιακό μου στη Δημιουργική Γραφή.

Έπειτα, το πειραματικό θέατρο, η γνωριμία μου με τον Θωμά Μοσχόπουλο και τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Ο Θανάσης Τριαρίδης και το ραδιοφωνικό μας Lebensraum. Η Μάντα στον Μορμόλη των Παλούμπη-Κουκαλάνι και φυσικά η Ορτένσια στη Locandiera του Γιάννη Κακλέα.

Έχετε πλούσια δραστηριότητα στον καλλιτεχνικό χώρο, με σπουδές στην υποκριτική, το κλασικό τραγούδι, τον χορό, συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις, ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, μουσικά ρεσιτάλ και συναυλίες. Πώς συνδυάζεται αυτή η πολυδιάστατη έκφραση; Νιώθετε ότι κάποια από αυτές τις ιδιότητες υπερισχύει;

Μου άρεσε πάντα το μιούζικαλ. Για να το πλησιάσω ήθελα να γνωρίσω σε βάθος όλες του τις πτυχές. Μ’ αρέσει και η έρευνα και η μελέτη. Δεν σταματάει. Σε μικρότερη ηλικία ο χορός ήταν προτεραιότητα. Στη συνέχεια, άλλοτε υπερισχύει το θέατρο, άλλοτε η μουσική. Όταν συνδυάζονται όλα σε μια μουσική παράσταση μου δημιουργεί πληρότητα. Αφήνομαι και στις ευκαιρίες των συνεργασιών και την ανάγκη που έχω την κάθε περίοδο.

Στην υποκριτική, συχνά καλείστε να αγγίξετε τραύματα, προσωπικά ή συλλογικά. Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή ίασης, και αν ναι, για ποιον: το ηθοποιό ή το κοινό;

Πιστεύω στην ίαση μέσα από την Τέχνη. Και για το ηθοποιό και για το κοινό. Για τον ηθοποιό, περισσότερο ακούσια, μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας και όχι επί τούτου ως μορφή ψυχοθεραπείας. Για το κοινό, πιστεύω ότι είναι μέρος της δημιουργικής έκφρασης να εμπνεύσει την όποια μετακίνηση οπτικής ή συναισθημάτων.

Όταν τραγουδάτε, νιώθετε ότι αφηγείστε μια ιστορία με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι όταν υποδύεστε έναν ρόλο; Ποια είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στην ερμηνεύτρια και τη ηθοποιό μέσα σας;

Είναι διαφορετικά τα μέσα που χρησιμοποιώ στο καθένα. Στο τραγούδι, εκτός από τον λόγο, συγχωνεύεται μέσα μου και η μελωδία, η αρμονία, τα όργανα, η κάθε τονικότητα. Στην υποκριτική δημιουργώ την μελωδία και τον ρυθμό με τον λόγο και το σώμα. Μια διαφορά είναι ότι στο τραγούδι βρίσκομαι μόνη με την τεχνική μου, τη μουσικότητα και τη διάθεση της στιγμής, ενώ στο θέατρο κρύβομαι πίσω από έναν ρόλο.

Έχοντας κινηθεί ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία και το σύγχρονο θέατρο, τι θεωρείτε ότι παραμένει αμετάβλητο στον ανθρώπινο πυρήνα μέσα στους αιώνες;

Ο ανθρώπινος πόνος και η ανάγκη μας να τον υπερβούμε, ή έστω να τον απαλύνουμε.

Η μεταγλώττιση απαιτεί να δώσετε κάτι παραπάνω από τη φωνή σας σε ένα σώμα που δεν είναι δικό σας. Πώς βιώνετε αυτή τη μορφή υποκριτικής, όπου η παρουσία σας υπάρχει χωρίς να φαίνεται;

Η μεταγλώττιση, πέρα από το τεχνικό της κομμάτι — να διαβάζεις το κείμενο, να ακούς τον ξένο ηθοποιό, να παρακολουθείς την εικόνα και να συντονίζεις τη φωνή σου ταυτόχρονα — είναι απελευθερωτική. Μου δίνει τη δυνατότητα να εξερευνώ όλη την έκταση της φωνής μου, να κάνω γκριμάτσες, να συνδιαλέγομαι με την ψυχοσύνθεση του κάθε ήρωα και να υποδύομαι ρόλους που στο θέατρο θα ήταν μακριά από το φυσικό μου.

Μιλήστε μας για τη θεατρική παράσταση Λοκαντιέρα που συμμετέχετε. Σε ποια ζητήματα πιστεύετε ότι το θεατρικό κείμενο ακουμπά σήμερα;

Η Λοκαντιέρα παρουσιάζει μια ιστορία για τη δύναμη και την ανεξαρτησία της γυναίκας. Θίγει ζητήματα επίκαιρα όπως τα παιχνίδια εξουσίας στις σχέσεις, τα έμφυλα στερεότυπα, τις ανισότητες. Μια γυναίκα ανεξάρτητη οικονομικά και επαγγελματικά απέναντι στους άντρες και το όποιο κεκτημένο μεγαλείο τους. Ο έρωτας ξυπνάει συγκρούσεις και αποκαλύπτει εγωισμούς και αδυναμίες. Χαρακτηριστικά που κυριαρχούν και στις μέρες μας.

Άκουσα πρόσφατα τη φράση «η τρυφερότητα για την εποχή μας είναι το νέο πανκ», το πιο τολμηρό και ριψοκίνδυνο πράγμα όπως είπε ο Γιοακίμ Τρίερ. Πώς πιστεύετε ότι η τέχνη σήμερα συμβάλει στη διατήρηση αυτής της τρυφερότητας σ’ έναν κόσμο που συνεχώς γεμίζει με κυνισμό;

Με έργα τέχνης που προκαλούν την ευαισθησία, τη βαθύτερη εσωτερική κατανόηση, την ευαλωτότητα, την ενσυναίσθηση. Με έργα τέχνης που ξυπνάνε ανθρώπινες πτυχές. Η τρυφερότητα είναι στάση ζωής.

Υπάρχει κάτι που φοβάστε ως ηθοποιός; Και τι ρόλο παίζει ο φόβος στη δημιουργική διαδικασία; Μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη;

Και την έκθεση φοβάμαι και την αποτυχία και την επιτυχία μάλλον. Πάω, όμως, κατά πάνω στον φόβο. Του επιβάλλομαι. Με κρατάει σε εγρήγορση, άρα με κινητοποιεί δυναμικά.

Τι μένει να πραγματοποιηθεί από όλα αυτά που έχετε σκεφτεί;

Επιθυμώ να βρίσκομαι σε συνεργασίες, έργα και ρόλους που με εμπνέουν, με συγκινούν και με γεμίζουν.

Σας ευχαριστώ πολύ!
Κι εγώ.

Πληροφορίες

Λοκαντιέρα του Κάρλο Γκολντόνι
Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν

[mc4wp_form id="278"]