Ο Γιάννης Ζουγανέλης είναι ένας από τους πιο πολυδιάστατους και χαρισματικούς καλλιτέχνες της σύγχρονης Ελλάδας. Μουσικός, ηθοποιός, σατιρικός και άνθρωπος του λόγου, έχει διαγράψει μια πορεία γεμάτη πάθος, αλήθεια και κοινωνική ευαισθησία. Με το χιούμορ του ως εργαλείο έκφρασης, με τη μουσική του ως βαθιά προσωπική κατάθεση και με τον λόγο του πάντα αιχμηρό και αληθινό, έχει κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη του κοινού σε κάθε του βήμα. Σήμερα, συμμετέχει στην παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» στο Θέατρο του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος, υποδυόμενος τον Κολοκοτρώνη, ρόλο που καθιέρωσε ο αξέχαστος Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Παράλληλα, συνεχίζει τις εμφανίσεις του στη μουσική σκηνή VOX, μαζί με τον Δημήτρη Σταρόβα και τους ΠΥΞ ΛΑΞ, κρατώντας ζωντανό τον διάλογο με το κοινό και τη σκηνή. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Ζουγανέλης μιλά ανοιχτά για την τέχνη, την κοινωνία, την πολιτική, αλλά και για τις αθέατες πλευρές του εαυτού του, εκείνες που πίσω από τη σκηνή φωτίζουν έναν άνθρωπο αφοσιωμένο στην αλήθεια, την ουσία και την ειλικρινή επικοινωνία με τον κόσμο γύρω του. Μέσα από τις σκέψεις και τις εμπειρίες του, αναδεικνύεται η μοναδικότητα ενός δημιουργού που συνδυάζει τη σοβαρότητα με το χιούμορ, την κοινωνική ευαισθησία με τη βαθιά προσωπική έκφραση.
Κύριε Ζουγανέλη, πώς επηρέασε η οικογένειά σας την πορεία σας στη μουσική και τη ζωή;
Οι ιδιότητες ενός ανθρώπου προκύπτουν από τα ενδιαφέροντά του και τη στάση του απέναντι στη ζωή. Μεγάλωσα σε ένα εξαιρετικό οικογενειακό περιβάλλον που μου έδωσε την ευκαιρία και την ελευθερία να επιλέξω τον δρόμο μου. Οι γονείς μου ήταν κωφοί, και αυτή η ιδιαιτερότητα με έβαλε σε μια μοναδική, θετική περιπέτεια: έμαθα να εκφράζομαι, να εξηγώ τα πάντα από τον ήχο μέχρι την καθημερινή μας ζωή. Ήταν οι πυλώνες της εξέλιξής μου και της ζωής του αδερφού μου, Αντώνη.
Από μικρή ηλικία, πώς προσεγγίσατε τη μουσική;
Από πολύ μικρός με ενδιέφερε η μουσική. Έκανα βυζαντινή μουσική στον Άγιο Νικόλαο Αχαρνών, υπό την καθοδήγηση ενός εξαιρετικού πρωτοψάλτη. Μέσα από αυτό, θαύμασα το τελετουργικό των ακολουθιών και πίστεψα στην αξία του ανθρώπου όπως υμνείται. Παράλληλα, μάθαινα τις νότες της βυζαντινής μουσικής και το ελληνικό αλφάβητο. Ένιωθα την ανάγκη να υπηρετώ τον άνθρωπο, να τον ψάχνω και να τον συναντώ, μέσα από τον εαυτό μου και τους άλλους.
Ποιο ρόλο έπαιξε η φιλομάθεια στην ανάπτυξή σας;
Η φιλομάθεια και η περιέργεια με οδήγησαν να μελετώ πολύ, για να μπορώ να υπερασπίζομαι τη ζωή μου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, συνειδητοποίησα την ανυπαρξία του κράτους και έβλεπα μια κοινωνία που έκρυβε τους ανάπηρους, που δεν ισορροπούσε με το μυαλό και την προσωπικότητα των ανθρώπων. Παρά τα εμπόδια, ήμουν τυχερός. Είχα εξαιρετικούς δασκάλους παντού. Σπούδασα κιθάρα στο Ωδείο και σε μικρή ηλικία ολοκλήρωσα τον κύκλο σπουδών μου. Το 1975, πήρα υποτροφία Βίλι Μπραντ για την Ακαδημία του Μονάχου.
Πώς βιώσατε την εμπειρία σας στη Γερμανία και τι σηματοδότησε για εσάς η υποτροφία σας;
Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες που δεν διαθέτουν Ακαδημία Τεχνών, κάτι που δείχνει πολλά για τον τρόπο διακυβέρνησής της. Την υποτροφία την απέσπασα γιατί πιστεύω ότι ό,τι θες στη ζωή, απλώς το διεκδικείς. Ευγνωμονώ τον δάσκαλό μου, Νίκο Μαμαγκάκη, που με πήρε από το χέρι και με εισήγαγε στην ψυχή της μουσικής, όχι μόνο μέσω γνώσης, αλλά και πράξης. Στα 15 μου, κυκλοφόρησα τον πρώτο μου δίσκο στη Lyra, την εποχή της Χούντας. Στη Γερμανία, μπήκα στην Αρχιτεκτονική και σπούδασα στην Ακαδημία Τεχνών, γιατί η αρχιτεκτονική θεωρείται πολύπλευρη μορφή τέχνης.
Τι σημαίνει για εσάς να είμαστε πολυδιάστατοι και μοναδικοί;
Γεννιόμαστε πολυδιάστατοι, αλλά στη ζωή χάνουμε αυτή την πολυπλευρικότητα. Ο άνθρωπος έχει σκέψη, φωνή και λόγο, όμως το σύστημα τον κάνει μονοδιάστατο, κοντά στην ατομικότητα και όχι στη μοναδικότητα. Καλλιεργώ και διδάσκω την έννοια της μοναδικότητας.
Πώς εκφράζεστε σήμερα στη σκηνή;
Κάνω εμφανίσεις με μικρότερο ορχηστρικό ensemble, όπου εκφράζομαι μέσα από μουσική και σταντ-απ κωμωδία, προκαλώντας συγκίνηση και συντονισμό. Με ενδιαφέρει να επικοινωνώ με το κοινό και να ανταποκρίνομαι στην αγάπη που μου δείχνει.

Η αγάπη που σας δείχνει το κοινό πώς σας κάνει να βλέπετε τη ζωή;
Όσο η ζωή είναι θητεία, τόσο περισσότερο διευρύνεται.
Ας μιλήσουμε για τη δυναμική της τέχνης σήμερα. Έχει τον ρόλο που της αναλογεί; Μπορεί να στέκεται ως παρηγοριά σε δύσκολες εποχές;
Ναι, το πιστεύω ακράδαντα. Η ερώτησή σας είναι, ουσιαστικά, μια τοποθέτηση: το κυρίαρχο είναι η ζωή. Η ζωή είναι πάνω από όλα, μαζί με την αξία της και όσα τη συνοδεύουν. Όμως η τέχνη μπορεί να τη στηρίξει θεμελιακά και να την εξελίξει, γιατί η τέχνη αντανακλά τη ζωή με τρόπο που κανένα άλλο επάγγελμα δεν μπορεί. Πάντα θα λέω ότι η καθημερινότητα είναι η ποίηση• αν δεν είναι ποιητική, απλώς γίνεται ρουτίνα.
Στην πολυμορφική Ελλάδα, έχουμε την τύχη να ζούμε σε έναν τόπο γεμάτο διαφορετικότητα. Κάθε φορά που γυρνώ τη χώρα, εντυπωσιάζομαι• κάθε δέκα χιλιόμετρα αλλάζει το τοπίο, αλλά και ο άνθρωπος. Η τέχνη παρατηρεί όλα αυτά και τα εκφράζει. Είμαστε τυχεροί, γιατί διαθέτουμε έναν ιδιαίτερο κόσμο που δεν προβάλλεται αρκετά: έναν κόσμο που παίρνει την παράδοση και την εξελίσσει.
Η Ελλάδα διαθέτει πλούσια και πολυποίκιλη καλλιτεχνική παράδοση. Από το δημοτικό τραγούδι, που τα έχει εκφράσει όλα, μέχρι το ρεμπέτικο, που για μένα αποτελεί ιδιαίτερη τέχνη από μόνο του. Και φυσικά τους μεγάλους δημιουργούς: τον Σκαλκώτα, τον Καλομοίρη, που παίζονται σε όλον τον κόσμο, αλλά και τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. Χωρίς αυτούς θα ήμασταν μια άλλη χώρα. Οι μεγάλοι του λαϊκού τραγουδιού — ο Καλδάρας, ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης — έχουν καταστεί σχεδόν αγιοποιημένες προσωπικότητες• αν η εκκλησία είχε περισσότερη πνευματικότητα, θα τους περιείχε στις εικόνες της.

Σήμερα, ξεχωρίζετε κάποιον νέο καλλιτέχνη;
Υπάρχουν πολλοί νέοι καλλιτέχνες που δεν προβάλλονται, και αυτό οφείλεται στην έλλειψη συστήματος και την αυθαιρεσία που κυριαρχεί στην Ελλάδα. Τα ραδιόφωνα, κατά την άποψή μου, παίζουν συχνά έναν ύποπτο ρόλο: παρουσιάζουν συνεχώς τα ίδια και τα ίδια τραγούδια, στερώντας έτσι οποιοδήποτε βήμα σε νέες φωνές. Πολλοί παραγωγοί λειτουργούν χάρη σε «κάποιο μέσο» και με αρκετό τουπέ. Βέβαια, ούτε τα δικά μας καινούρια έργα παίζονται. Δεν παραπονιέμαι, αλλά θέλω να τονίσω ότι από όλο το έργο μου μόνο περίπου το ένα δέκατο έχει προβληθεί. Η τελευταία γενιά μουσικών έχει χωριστεί σε «οικογένειες»: άλλη οικογένεια ο Αργυρός και ο Οικονομόπουλος, άλλη ο Πασχαλίδης και οι Πυξ Λαξ, άλλη η Νατάσσα Θεοδωρίδου και άλλη η Νατάσσα Μποφίλιου. Η Μαρίζα Ρίζου, η Ελεονόρα Ζουγανέλη, ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι επίσης ξεχωριστές φωνές. Ευνοούνται όσοι καταφέρνουν να αποσπάσουν αυτά που αξίζει να παίζονται, ενώ οι πιο αδύναμοι δεν έχουν την ίδια δυνατότητα. Σήμερα, οι δισκογραφικές λειτουργούν κυρίως μέσω των social media, τα οποία πλέον αποτελούν ένα ολόκληρο πεδίο μελέτης και στρατηγικής. Το ίδιο παρατηρείται και στη ζωγραφική, όπου υπάρχουν εξαιρετικοί νέοι ζωγράφοι, όπως και στο θέατρο, με ταλαντούχους ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Οι ηθοποιοί είναι πλέον πολύ καλλιεργημένοι, παρά το ότι ο χώρος έχει εκτεθεί σε κάποιες περιπτώσεις ανόητων επιλογών. Το θέατρο δεν είναι μια αθώα συντεχνία• αντικατοπτρίζει ακριβώς ό,τι συμβαίνει και στην υπόλοιπη κοινωνία.
Έχετε πει ότι, εξαιτίας της κυριαρχίας και της έκφρασης του κωμικού στοιχείου στην προσωπικότητά σας, έχει φωτιστεί λιγότερο η πολλή δουλειά που έχετε κάνει στη μουσική. Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω, θα το αλλάζατε αυτό;
Όχι, δεν θα το άλλαζα. Η έννοια της κωμικότητας είναι παρεξηγημένη. Η κωμικότητα δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον χαβαλέ ούτε με τα ανέκδοτα• έχει να κάνει με τις σχέσεις. Πάντα λέω ότι όποιος δεν έχει κωμικότητα στις σχέσεις του χάνει το μέτρο και τη χαρά της ζωής. Η κωμικότητα ή το χιούμορ είναι μεγάλη ιστορία. Και το χιούμορ, για να καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, προέρχεται από την ελληνική λέξη «χυμός». Θα έκανα λοιπόν το ίδιο, αλλά πιο συγκροτημένα, γιατί με ενδιαφέρει πολύ να είμαι η αφορμή γι’ αυτή τη σύσπαση που κάνει ο άνθρωπος όταν γελά. Τα τελευταία χρόνια δε μου έχει δοθεί η ευκαιρία, παρόλο που έχω προτάσεις για σατιρικές εκπομπές, αλλά υπό προϋποθέσεις – να μη μιλάω δηλαδή για τον τάδε ή τον τάδε. Κι όταν αισθάνομαι ότι με βιάζουν, δεν προχωράω. Αλλά δεν θα το βάλω κάτω• κάτι θα κάνω.
Και να πω και κάτι; Καλώς ή κακώς, ο πρώτος που έκανε σάτιρα στην τηλεόραση ήμουν εγώ. Κανείς από τους επόμενους, που με έχουν κατακλέψει, δεν έχει αναφερθεί σε μένα. Έχουν γίνει πάρα πολλές εκπομπές πανομοιότυπες με τις δικές μου. Το «Αχ, Μαρία» ήταν το πρώτο στέκι που συνυπήρχε το θέατρο και η μουσική επί σκηνής. Αργότερα, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, έγιναν παρόμοιες καταστάσεις, και παίχτηκαν δικά μου κείμενα χωρίς καν να αναφερθώ. Θα μου πείτε: «Σε ενδιαφέρει να σε αναφέρουν;» Ναι, με ενδιαφέρει. Γιατί βλέπω ότι είναι τραγικές οι αναφορές που γίνονται από συναδέλφους σας δημοσιογράφους. Τραγικές και ψεύτικες. Το πρόβλημα της πνευματικής κρίσης ξεκινάει από τους παρουσιαστές. Ο αχταρμάς δεν είναι στην προσωπικότητα αυτού που εκφράζεται, αλλά στην προσωπικότητα αυτού που ακούει – αν ακούει και αν είναι ενημερωμένος. Αυτό.
Παρόλα αυτά, έχετε παρουσιάσει πολύ μεγάλο υλικό τόσα χρόνια. Είναι αναμφισβήτητη η παρουσία σας.
Σχεδόν, 55 χρόνια είμαι στον χώρο.

Όταν έχω τις «μαύρες» μου, ένα από τα πιο αγαπημένα μου βίντεο είναι από το Μουσικό Καφενείο της ΕΡΤ, τη δεκαετία του ’80. Το θέμα ήταν αποκριάτικο, κι εσείς ήσασταν μαζί με τον Σάκη Μπουλά, την Τσανακλίδου, τον Κούτρα και αρκετούς άλλους. Βλέποντας το βίντεο, σκέφτομαι πάντα: «Τι ωραία παρέα». Και με τι ειλικρίνεια και γνησιότητα μας περνάγατε αυτό που ζούσατε εκείνη τη στιγμή. Με αθώα απορία, θα ήθελα να ρωτήσω: πώς το καταφέρνατε και ήσασταν έτσι μεταξύ σας;
Στη συγκεκριμένη εκπομπή, ο αλησμόνητος Μίμης Πλέσσας έκανε έναν πρόλογο για μένα, που ντρεπόμουν να τον ακούω. Έτσι ήμασταν, ναι. Υπήρχε η αγάπη για τη ζωή και η χαρά. Υπήρχε η αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου και η σύνδεση, διότι η διαφορετικότητα δημιουργεί δεσμούς. Πασχίσαμε, εργαστήκαμε, χαρήκαμε, μας βρήκε ο κόσμος, μας αγάπησε. Προχωρήσαμε με πολλή δύναμη και γράψαμε με τη δική μας αντίληψη περί κωμικότητας. Σήμερα, δεν γίνεται να ακούγονται πράγματα στη μουσική χωρίς να επεμβαίνει εισαγγελέας. Κάποτε με κάλεσαν –το θεωρώ κωμικοτραγικό– στην εισαγγελία επειδή είπα σε μια συνέντευξη ότι ξέρω πολλούς που πηγαίνουν στην Ταϊλάνδη για πορνεία και παιδοφιλία. Μου ζητήθηκε να αποκαλύψω ποιοι είναι αυτοί. Πιο γελοίο περιστατικό δεν έχω ξαναζήσει. Ας αφήσουμε τα αστεία. Τη ζωή τη βρίσκεις αν την ψάξεις. Τους μεγάλους Έλληνες τους ανακάλυψαν οι άνθρωποι, γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο, και τους είχαν συντροφιά. Και ακόμη τους έχουμε συντροφιά. Και πιστέψτε με, υπάρχουν πολύ καλοί νέοι. Αλλά όταν δεν προβάλλεται αυτό που κάνεις…
Κύριε Ζουγανέλη, έχετε πραγματοποιήσει όλα όσα είχατε στο μυαλό σας; Μένει κάτι ακόμη;
Έχω πολλά όνειρα ανεκπλήρωτα ακόμη. Και δεν είναι ένας πόθος που μπορεί να δημιουργήσει συμπλέγματα• μου στρώνει χαλί για το μέλλον και για τη ζωή. Ας πούμε, έχω κάνει πολλές φορές πρόταση στο Φεστιβάλ Αθηνών για να παρουσιάσω το μουσικό μου έργο, που καλώς ή κακώς έχει κυκλοφορήσει σε όλον τον κόσμο. Ε, δεν έχω πάρει απαντήσεις σε αυτό. Ναι, θέλω να κάνω πράγματα. Αλλά δεν είμαι καθόλου ματαιόδοξος. Το μέτρο της φιλοδοξίας μου είναι η προβολή του έργου μου, που έχει ως αντανάκλαση τους Έλληνες. Είμαι Ελληνοκεντρικός και δεν μπορώ το lifestyle της πολιτικής που είναι η παγκοσμιοποίηση. Ο καθένας έχει τη δική του αξία, αλλά εγώ είμαι Ελληνοκεντρικός και ανθρωποκεντρικός.
Σας ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα και τον χρόνο σας. Να έχουμε μια ωραία χρονιά. Θα θέλατε μήπως να προσθέσετε κάτι ακόμη;
Θα ήθελα να πω στους νέους να ψάχνουν τι ακούν. Επίσης, οι γονείς είναι υπεύθυνοι στο πώς στήνεται η ζωή. Οι νέοι είναι έτσι γιατί στα σχολεία η ελληνική παιδεία πάσχει• η εκπαίδευση στηρίζεται στην παπαγαλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Είμαστε πολύ υποχρεωμένοι απέναντι στη ζωή. Ξέρετε πόση χαρά παίρνω όταν απέναντί μου έχω παιδιά; Πρέπει να αναδειχθεί το φως αυτής της χώρας. Και επίσης, οι κύριοι που εξουσιάζουν λένε ότι είμαστε μια «ψωροκώσταινα» ή μια μικρή χώρα. Πώς είμαστε μικρή χώρα; Οι κυβερνώντες έχουν γράψει τα πάντα στα υποδήματά τους και αλωνίζουν με έναν τρόπο σοβαροφανή.
Συμφωνώ απόλυτα.
Ας ψάχνουμε τη ζωή με ανοιχτά μάτια. Σας ευχαριστώ κι εγώ.
