Τα νέα ενέσιμα φάρμακα για την παχυσαρκία έχουν αλλάξει τα δεδομένα: προσφέρουν εντυπωσιακή απώλεια βάρους, βελτίωση μεταβολικών δεικτών και συχνά αποτελούν λύση για ανθρώπους που έχουν δοκιμάσει τα πάντα χωρίς αποτέλεσμα. Όμως, υπάρχει ένα μεγάλο «αλλά»: η τιμή τους… Με κόστος που φτάνει έως και εκατοντάδες ευρώ τον μήνα, για πολλούς ασθενείς η πρόσβαση σε αυτές τις θεραπείες είναι πρακτικά αδύνατη.
Ακριβώς γι’ αυτό, η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Υγείας για δωρεάν χορήγηση των φαρμάκων σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον, αλλά και συζήτηση. Η πρωτοβουλία ανοίγει τον δρόμο σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν ποτέ να αντέξουν το κόστος, όμως ταυτόχρονα, φέρνει στο προσκήνιο μια σειρά από ερωτήματα: ποιοι θα έχουν πραγματικά πρόσβαση, ποιοι γιατροί θα τα χορηγούν και πόσο ασφαλές είναι το σημερινό πλαίσιο της θεραπείας;
Κάπως έτσι, ξεκινά —και όχι άδικα— η συζήτηση που άνοιξαν οι Παθολόγοι, οι οποίοι επισημαίνουν ότι οι περισσότεροι ασθενείς χτυπούν πρώτα τη δική τους πόρτα. Γιατί, πέρα από την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων, αυτό που τελικά κρίνει μια επιτυχημένη θεραπεία είναι η σωστή καθοδήγηση, η στενή παρακολούθηση και η ισότιμη πρόσβαση για όλους.
Η εξαγγελία του υπουργείου και οι πρώτες αντιδράσεις
Το υπουργείο Υγείας ανακοίνωσε, πρόσφατα, ένα νέο πρόγραμμα που προβλέπει δωρεάν χορήγηση καινοτόμων φαρμάκων για την παχυσαρκία, ξεκινώντας με περίπου 8.000 ασθενείς σε όλη τη χώρα. Η είδηση σχολιάστηκε ευρέως, καθώς πρόκειται για θεραπείες υψηλού κόστους, οι οποίες μέχρι σήμερα παρέχονταν χωρίς αποζημίωση και χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο παρακολούθησης.
Δύο ημέρες μετά, όμως, οι Παθολόγοι φέρνουν ένα άλλο ζήτημα στο προσκήνιο: ποιος γιατρός έχει τελικά την ευθύνη να καθοδηγεί τον ασθενή;
Γιατί αντιδρούν οι Παθολόγοι
Όπως εξηγούν, τα άτομα που ζουν με παχυσαρκία απευθύνονται πρώτα και συστηματικά στον Παθολόγο, είτε για έλεγχο ρουτίνας, είτε για συμπτώματα, είτε για άλλο πρόβλημα υγείας. Είναι εκείνος που γνωρίζει ολιστικά τον ασθενή, την καθημερινότητά του, τις συννοσηρότητές του και τη συνολική διαχείριση της υγείας του.
Γι’ αυτό και τους προβληματίζει ότι η νέα Υπουργική Απόφαση αναθέτει αποκλειστικά στους ενδοκρινολόγους τη χορήγηση και παρακολούθηση των φαρμάκων για την παχυσαρκία, αφήνοντας τους Παθολόγους εκτός ρόλου, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Το μεγάλο θέμα: πρόσβαση στη θεραπεία
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν, επίσης, ότι η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος, που αφορά δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στη χώρα. Όμως, το πρόγραμμα καλύπτει αρχικά ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού, κάτι που γεννά ερωτήματα για το κατά πόσο όλοι όσοι πληρούν τα κριτήρια θα μπορούν πραγματικά να λάβουν τη θεραπεία που χρειάζονται.
Ανεξέλεγκτη χρήση χωρίς ιατρική συνταγή
Ένα ακόμη σημείο που θίγουν είναι ότι τα φάρμακα αυτά κυκλοφορούν, εδώ και μήνες, χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο, συχνά χωρίς ιατρική συνταγή, κάτι που εγκυμονεί κινδύνους. Γι’ αυτό, οι Παθολόγοι ζητούν από την αρχή:
· υποχρεωτική ηλεκτρονική συνταγογράφηση,
· ενιαίο πλαίσιο για όλους τους γιατρούς της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας,
· σαφείς κανόνες παρακολούθησης.
Τι σημαίνει στην πράξη για τον πολίτη
Για τον ασθενή –ειδικά για τις γυναίκες, που συχνά επωμίζονται μεγαλύτερο βάρος όσον αφορά τη φροντίδα της υγείας τους– το ζήτημα δεν είναι μόνο η πρόσβαση στο φάρμακο. Είναι η σωστή καθοδήγηση, η ασφάλεια και η σχέση εμπιστοσύνης με τον γιατρό που γνωρίζει το ιστορικό τους.
Γι’ αυτό και οι Παθολόγοι επιμένουν ότι η συζήτηση δεν πρέπει να είναι «ποιος θα πάρει το φάρμακο», αλλά πώς θα διασφαλιστεί ότι ο κάθε ασθενής θα λάβει τη σωστή θεραπεία, με σωστή παρακολούθηση, από τον γιατρό που γνωρίζει καλύτερα την κλινική του εικόνα.
Στην ουσία, η πολιτεία κάνει ένα σημαντικό βήμα με τη δωρεάν πρόσβαση στα νέα φάρμακα για την παχυσαρκία. Όμως, όπως επισημαίνουν οι Παθολόγοι, για να έχει πραγματικό αντίκτυπο στην υγεία και την καθημερινότητα των ασθενών, το πρόγραμμα χρειάζεται:
· συνεργασία των ειδικοτήτων,
· ίση πρόσβαση,
· και ξεκάθαρους κανόνες.
Γιατί όταν μιλάμε για παχυσαρκία, μιλάμε για μια νόσο που απαιτεί επιστημονική συνέπεια, ολιστική φροντίδα και – πάνω απ’ όλα – τον σωστό γιατρό δίπλα στον ασθενή.
