Νέα έρευνα που βασίστηκε σε ιστορικά αρχεία δείχνει ότι, υπό ακραίες συνθήκες, η μητρότητα μπορεί να έχει μετρήσιμο κόστος για τη διάρκεια ζωής.

Αναλύοντας δεδομένα από εκκλησιαστικά αρχεία γυναικών που έζησαν τη Μεγάλη Φινλανδική Πείνα (1866–1868), μια από τις πιο καταστροφικές φυσικές καταστροφές στην ιστορία της Σκανδιναβίας όπου περίπου το 8,5% με 10% του πληθυσμού της Φινλανδίας πέθανε από την πείνα και τις ασθένειες που ακολούθησαν, ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι μητέρες που έφεραν παιδιά στον κόσμο κατά τη διάρκεια της πείνας έζησαν έως και έξι μήνες λιγότερο για κάθε παιδί που απέκτησαν. Πάμε όμως να το πιάσουμε από την αρχή…

Η μητρότητα την περίοδο της Μεγάλης Φινλανδικής Πείνας

Η επιστημονική θεωρία προβλέπει ότι η απόκτηση περισσότερων απογόνων συνδέεται με μικρότερη διάρκεια ζωής, ακόμη και στον άνθρωπο. Παρ’ όλα αυτά, παρά εκατοντάδες χρόνια έρευνας, δεν υπήρχαν έως σήμερα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτή τη σχέση. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Γκρόνινγκεν στην Ολλανδία, το Πανεπιστήμιο του Έξετερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Πανεπιστήμιο του Τούρκου στη Φινλανδία δείχνουν πλέον ότι, υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, το βιολογικό κόστος της αναπαραγωγής μπορεί πράγματι να μειώσει το προσδόκιμο ζωής των γυναικών. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances στις 7 Νοεμβρίου 2025.

Τη δεκαετία του 1860, η Φινλανδία βίωσε διαδοχικούς ιδιαίτερα σκληρούς χειμώνες, οι οποίοι οδήγησαν σε αλλεπάλληλες κακές σοδειές και σε εκτεταμένη πείνα. Ο ερευνητής Euan Young από το Πανεπιστήμιο του Γκρόνινγκεν αξιοποίησε δεδομένα ιστορίας ζωής από εκκλησιαστικά αρχεία φινλανδικών ενοριών, προκειμένου να μελετήσει πώς αυτές οι ακραίες συνθήκες επηρέασαν τη σχέση μεταξύ αναπαραγωγικής προσπάθειας και διάρκειας ζωής.

Συνολικά, ο Young ανέλυσε στοιχεία από 4.684 γυναίκες σε βάθος 250 ετών
. Οι γυναίκες που εκτέθηκαν στην πείνα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής τους ηλικίας, από 19 έως 45 ετών, έζησαν λιγότερα χρόνια όσο περισσότερα παιδιά είχαν αποκτήσει. Μητέρες με ένα μόνο παιδί έφταναν κατά μέσο όρο την ηλικία των 71,6 ετών, ενώ μητέρες με δεκαπέντε παιδιά έφταναν τα 64,3 έτη. Με άλλα λόγια, κάθε παιδί μείωνε το προσδόκιμο ζωής της μητέρας περίπου κατά μισό έτος. Αντίθετα, οι γυναίκες που δεν εκτέθηκαν στην πείνα ή που τη βίωσαν σε διαφορετική φάση της ζωής τους δεν εμφάνισαν μείωση στη διάρκεια ζωής τους.

Όπως επισημαίνει ο Young, «για περισσότερα από εκατό χρόνια, οι ερευνητές μελετούν πώς η αναπαραγωγή επηρεάζει τη διάρκεια ζωής, με αντικρουόμενα αποτελέσματα. Αυτό οδήγησε ορισμένους στο συμπέρασμα ότι η αναπαραγωγική συμπεριφορά δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη διαδικασία της ανθρώπινης γήρανσης. Τα δικά μας ευρήματα δείχνουν το αντίθετο: υπό δύσκολες συνθήκες, η αναπαραγωγική προσπάθεια επηρεάζει σαφώς τη διάρκεια ζωής».

Αναγωγή στο σήμερα

Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας συμβάλλουν στην κατανόηση του πώς η εγκυμοσύνη, ο θηλασμός και η ανατροφή παιδιών μπορούν να επιβαρύνουν τον οργανισμό όταν οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι και εξηγούν γιατί οι γυναίκες που ζούσαν στις πιο σκληρές συνθήκες επηρεάστηκαν περισσότερο. Για να μιλήσουμε με όρους του σήμερα, παρότι το μέγεθος των οικογενειών και τα συστήματα υγείας έχουν αλλάξει ριζικά από τον 19ο αιώνα, η έρευνα θέτει κρίσιμα ερωτήματα για περιοχές του κόσμου όπου η πείνα και η επισιτιστική ανασφάλεια εξακολουθούν να αποτελούν πραγματικότητα.

[mc4wp_form id="278"]