Ζω για τη μέρα που θα ανοίξω την πόρτα του γραφείου και θα πω σε όλους και σε όλες: «Το παραμύθι που θα σα πω σήμερα, το ζω από καιρό. Αξίζει να σπαταλήσετε ένα οχτάωρο για να με ακούσετε».
[mc4wp_form id="278"]
Ζω για τη μέρα που θα ανοίξω την πόρτα του γραφείου και θα πω σε όλους και σε όλες: «Το παραμύθι που θα σα πω σήμερα, το ζω από καιρό. Αξίζει να σπαταλήσετε ένα οχτάωρο για να με ακούσετε».
Αλλά το κείμενο αυτό ξεκίνησα να το γράφω με αφορμή την ημέρα των γενεθλίων της, 3 Φεβρουαρίου 1952. Πάλι νέα θα ήταν, αν υπήρχε στο εδώ και το τώρα. Πάλι θα έγραφε. Πάλι θα ετοίμαζε απρόβλεπτα γιουρούσια, «καρφί» στην ησυχία του φόβου.
Δεν ξέρω πότε ξεκινάει κανείς να βγαίνει λιγότερο και να ταυτίζεται με το meme κάποιου πλάσματος τυλιγμένου σε κουβέρτα με ένα καταπραϋντικό ρόφημα στην αγαπημένη του κούπα, αν το χουχούλιασμα δηλαδή συνδέεται με την ηλικία των 30 ή με την απόκτηση κατοικίδιου, ειδικά γατιού, ή αν κρύβει αυτή η νέα μας συνήθεια μια γενεαλογική ανάγκη.
Οι απαντήσεις δεν υπάρχουν πουθενά. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι ό,τι έχει φτιάξει ο άνθρωπος αλλάζει. Ειδικά αν είναι χαλασμένο, δε θα λείψει σε κανέναν.
[mc4wp_form id="278"]