Μια από τις μεγαλύτερες αγάπες μου είναι η ιστορία. Με γοήτευε από μικρό παιδί. Από τα εικονογραφημένα βιβλία μυθολογίας, όπου ζωγράφιζα τα μαλλιά του Αχιλλέα πορτοκαλί, μέχρι τις μεσημεριανές αφηγήσεις της Οδύσσειας από το στόμα του παππού μου. Μεγαλώνοντας, σταμάτησα τις εικαστικές παρεμβάσεις στις εικόνες των ηρώων (φανταστικών και μη) και πέρασα στις εγκυκλοπαίδειες, τα βιβλία του πατέρα μου, τις επισκέψεις σε μουσεία και ιστορικούς χώρους και, φυσικά, τον μαγικό κόσμο του ίντερνετ. Δεν τη σπούδασα, όμως τη μελετάω με επιστημονική προσέγγιση.

Είναι τόσο έντονο το πάθος μου γι’ αυτήν, που μια φίλη μου είχε πει: «Μήπως είσαι κουτσομπόλης και σου αρέσει τόσο πολύ η ιστορία; Τι σ’ ενδιαφέρει τι έκαναν οι άνθρωποι πριν από σένα;». Σ’ έναν βαθμό έχει δίκιο. Πέρα από την επιστημονική προσέγγιση, έχω την περιέργεια να ρωτάω και να μαθαίνω τι γίνεται πίσω από τα ιστορικά γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους. Όχι τόσο για την ιδιωτική ζωή του Περικλή και της Ασπασίας, για παράδειγμα, αλλά για τον τρόπο που ζούσαν, επικοινωνούσαν, σκέφτονταν, έλυναν τα προβλήματά τους και σχετίζονταν. Με λίγα λόγια, ψάχνω να βρω τι απασχολούσε τους ανθρώπους από τότε που κατέβηκαν από τα δέντρα, ελευθέρωσαν τα χέρια τους και δημιούργησαν κοινότητες.

Άραγε έχουμε κάτι κοινό με τους πρώτους Homo sapiens πριν από διακόσιες χιλιάδες χρόνια; Ίσως κάποια ένστικτα και ανατομικά χαρακτηριστικά. Δε βρίσκω εκεί κάτι που να με συγκινεί ιδιαίτερα. Μήπως με τους ήρωες και τις ηρωίδες ενός παραμυθιού που γράφτηκε τρεις χιλιάδες χρόνια πριν; Εδώ αρχίζει και ζεσταίνεται το πράγμα. Τι είναι αυτό που μας φέρνει κοντά σε έναν περιπλανώμενο, δυστυχισμένο βασιλιά ενός μικρού νησιού, που γυρνάει δέκα χρόνια τη Μεσόγειο για να φτάσει σπίτι του; Δεν μπορώ να απαντήσω με μια λέξη. Είμαι σίγουρος όμως ότι κάτι υπάρχει. Το ότι λέγεται ξανά και ξανά η ίδια ιστορία από βαρετούς boomer φιλολόγους στα ελληνικά σχολεία και ότι ξοδεύονται εκατομμύρια δολάρια από την κινηματογραφική βιομηχανία για μια ταινία τίγκα στα spoiler, πάει να πει ότι κάτι αγγίζει την ψυχούλα μας. Κάτι που δεν περνούσε έξω από το μπλε βιβλίο της πρώτης Γυμνασίου. Κάτι που ίσως δε μεταφέρουν ούτε ταλαντούχοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί. Κάτι που στο φέρνει η ίδια η ζωή, αν έχεις τα μάτια σου και την καρδιά σου ανοιχτά.

Κι έτσι έρχεται η στιγμή που, μετά από ένα καλό «διάβασμα», βλέπεις τον Οδυσσέα, έναν σύγχρονο κουρασμένο μεσήλικα από την Κυψέλη. Λίγο καταθλιπτικό και φορτωμένο με λάθη. Μέρος ενός κόσμου που αλλάζει γρήγορα χωρίς να τον περιμένει. Συναισθηματικά απρόσιτο. Έρμαιο των επιλογών του και της τύχης. Κάθε φορά που γυρνάει στο σπίτι, περιμένει ότι όλα, με έναν μαγικό τρόπο, θα είναι στη θέση τους. Δύσκολη περίπτωση. Στο σπίτι, τον περιμένει πάντα η Πηνελόπη. Μια γυναίκα που η γειτονιά νομίζει ότι απλά περιμένει. Κι όμως, με την υπομονή και την ιδιοφυΐα της, κρατάει στα χέρια της μια φωτιά διαρκώς αναμμένη. Υφαίνει το νήμα που κρατάει δεμένο τον κόσμο έτσι όπως τον ξέρουμε. Κι ας νομίζουν οι ισχυροί άντρες πως πάντα αυτοί κερδίζουν.

Με άλλα λόγια, χιλιάδες χρόνια μετά και έχοντας πληθώρα εργαλείων στα χέρια μας, δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε όλες τις απαντήσεις στα πυρηνικά ζητήματα που μας απασχολούν. Αυτό που έχουμε καταφέρει είναι να διατυπώνουμε καλύτερα τις ερωτήσεις και να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας σε πρόσωπα της Εποχής του Χαλκού. Μπαίνοντας σιγά σιγά στην πέμπτη δεκαετία της ζωής μου, έχω καταλάβει ότι η ιστορία δεν είναι μια επιστήμη που ταξιδεύει στο σήμερα σαν μία συνταγή μαγειρικής που θα μας πει, σε βήματα, τι να κάνουμε. Ούτε είναι μια συρραφή κακών παραδειγμάτων προς αποφυγή. Είναι ένα εργαστήριο πολιτικής και κοινωνικής σκέψης που με μαθαίνει, μεταξύ άλλων, ότι εκεί που ζω σήμερα παλιά ήταν άκρο και τώρα έχει γίνει σύνορο.

[mc4wp_form id="278"]