Παίζαμε και έκανε τον άνεμο. Πόσο δύσκολο να μοιάζει κανείς με άνεμο!
Ζωγράφιζε με λεπτομέρειες τη φωτιά στο τζάκι.
Έπαιζε μελόντικα και τα χοντροκομμένα του δάχτυλα στριμώχνονταν τόσο ωραία στα μαύρα πλήκτρα.
Γινόμασταν το βάδισμά του, με τα μικρά μας πέλματα να κολλούν πάνω στα δικά του.
Και όταν δεν έπαιζε μαζί μας, έφευγε, ενώ ήταν εκεί.
Αλλά και δεν ήταν.
Στο λούνα παρκ, φοβόταν τη «Ρόδα». Κοτζάμ πατέρας.
Και τις κατσαρίδες και τις γάτες και τα σκυλιά.
Αλλά δε φοβόταν τους λύκους. Κάτι είναι και αυτό.
Και ψήλωνε και τα μάτια του γινόντουσαν όλο και πιο κυπαρισσί.
Μου έσπαγε τα νεύρα γιατί, όσο μεγάλωνε, δε γινόταν ούτε ο άνεμος ούτε ο αστείος που φοβάται τα έντομα. Γινόταν αόρατος και λυπημένος.
Τουλάχιστον είχαν μπει τα θεμέλια.
Στις θάλασσες και τα βουνά.
Στα όνειρα και την ευαισθησία.
Στην ελευθερία.
Ένα παιδί δεν ξεχνάει ποτέ το μικρό σημείωμα κάτω από το μαξιλάρι και το κόκκινο σχοινάκι με τα κίτρινα χερούλια.
Γιατί αυτό και όχι κάτι άλλο;
Δεν ξέρω. Ίσως γιατί προηγήθηκε ο πιο πυκνωμένος χρόνος. Αυτός ο χρόνος που γεφυρώνει τον ενήλικο με το παιδί.
Παγκόσμια Ημέρα του Πατέρα, σήμερα.
Και δεν έχω τίποτε περισσότερο από αυτές τις λέξεις.
[mc4wp_form id="278"]
