Η πρώτη φορά που άκουσα ζωντανά τον Μίλτο Πασχαλίδη ήταν τον Σεπτέμβρη του 2002, στην Καλαμάτα. Πήγαινα στη συναυλία έχοντας ήδη στις τσέπες μου τα «Χιτάκια», τις «Βυθισμένες Άγκυρες» και τις «Κακές Συνήθειες». Το τραγούδι που με συνεπήρε, όμως, εκείνο το βράδυ, ήταν το «Αγύριστο Κεφάλι», σε στίχους του Άλκη Αλκαίου. Κυρίως για τον τελευταίο του στίχο: «Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι και η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει». Από τότε αναρωτιέμαι τι απέγινε εκείνη η νύχτα.

Περισσότερα από είκοσι χρόνια αργότερα, είχα την ευκαιρία να απευθύνω αυτό το ερώτημα στον ίδιο τον Μίλτο Πασχαλίδη. Τον συνάντησα σε μια ιδιαίτερη στιγμή της διαδρομής του, καθώς συμπληρώνει τριάντα χρόνια προσωπικής δισκογραφίας — μια πορεία που, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, ξεπέρασε τις προσδοκίες του. Μια πορεία γεμάτη τραγούδια που άντεξαν στον χρόνο, συναντήσεις με κορυφαίους δημιουργούς και μια διαρκή παρουσία που παραμένει ζωντανή, ουσιαστική και βαθιά συνδεδεμένη με την εποχή της.

Στη συζήτηση που ακολουθεί μιλά για τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν, για το ελληνικό τραγούδι σήμερα, για τα νέα παιδιά που γεμίζουν ακόμη τις συναυλίες του, για μια κοινωνία που μοιάζει να αναζητά ακόμη τα σημεία στήριξής της. Και, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, επιστρέφουμε σε εκείνον τον στίχο που με ακολουθεί εδώ και δύο δεκαετίες, αναζητώντας αν η πιο μεγάλη νύχτα έχει τελικά ξημερώσει.

Αρχικά, ήθελα να ρωτήσω: φέτος κλείνετε τριάντα χρόνια προσωπικής δισκογραφίας.

Τριανταένα, για την ακρίβεια.

Τριανταένα, λοιπόν. Αν γυρίζατε πίσω και κοιτούσατε αυτή τη διαδρομή, με ποιες λέξεις θα την χαρακτηρίζατε;

Υπεράνω των προσδοκιών μου.

Ήταν, δηλαδή, κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που περιμένατε. Ποιοι άνθρωποι έπαιξαν τον σημαντικότερο ρόλο σε αυτή τη διαδρομή;

Ας μιλήσουμε για τη μουσική, γιατί τα προσωπικά είναι μια άλλη ιστορία. Σε κάθε περίοδο υπήρξαν άνθρωποι που έπαιξαν πολύ κεντρικό ρόλο. Στην αρχή ήταν ο Μάνος Ξυδούς, ο οποίος με έβαλε στη δισκογραφία, όταν, μετά τους Χαΐνηδες, μπήκα στη σόλο εποχή μου. Έπειτα ήταν πάρα πολλοί συνεργάτες και φίλοι. Με τον Χρήστο Θηβαίο συνεργαστήκαμε πάρα πολύ στενά για πολλά χρόνια. Στη συνέχεια, ο καθοριστικότερος απ’ όλους ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος. Όταν συνεργαστήκαμε, ήταν σαν να έμαθα τη δουλειά από την αρχή. Όλες οι συνεργασίες μου ήταν μεγάλα μαθήματα. Το ίδιο ισχύει και για τις συνεργασίες μου, παλιότερα, με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, αλλά και με τους συνομήλικούς μου, τρόπον τινά. Τα τελευταία χρόνια κάνουμε πολλή παρέα και παίζουμε μαζί με τον Γιάννη Κότσιρα. Για μένα, η ιστορία της τραγουδοποιίας και της τέχνης είναι ένα διαρκές παιχνίδι με τους φίλους.

Το πρώτο τραγούδι που άκουσα από εσάς και μου έχει «καρφωθεί» από τότε είναι το «Αγύριστο κεφάλι», σε στίχους του Άλκη Αλκαίου. Ειδικά ο αντιφατικός στίχος «στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι και η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει». Έχω ακούσει τη φράση «στα χέρια σου» να γίνεται, σε κάποια live, «στα χέρια σας». Από τότε αναρωτιέμαι: αυτή η νύχτα έχει ξημερώσει;

Κάθε φορά που το λέω, ξημερώνει.

Στο μυαλό μου είναι σαν κάτι που πάει να αρχίσει, αλλά δεν ξέρουμε σε ποιο σημείο βρίσκεται.

Αυτός ο στίχος είναι ένα inside joke μεταξύ εμού και του Άλκη. Έχω γράψει και στο βιβλίο μου, «Αγύριστο κεφάλι», σε τι ακριβώς αναφέρεται. Μιλάμε για ένα τρακάρισμα που είχα οδηγώντας, οπότε υπάρχει μια αδιόρατη ειρωνεία στη φράση «στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι».

Μάλιστα.

Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτό υποκρύπτεται το «σ’ αγαπώ, να προσέχεις».

Κατάλαβα.

Δηλαδή, «μην ξανατρακάρεις, ρε» (γέλια). Και η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει γιατί αυτό συνέβη ξημερώματα. Μέσα σε αυτό το inside joke υποκρύπτεται και η ίδια η φιλοσοφία του Άλκη, που σε ένα άλλο τραγούδι λέει: «Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή» (μουσική: Σωκράτης Μάλαμας). Για τον Άλκη, η έννοια του ξημερώματος έφερνε πάντα μια λύτρωση, μια ανάταση.

Πιστεύετε ότι σήμερα εξακολουθούν να γράφονται ωραία τραγούδια; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο ή κάποιον τραγουδοποιό από τη νεότερη γενιά;

Μ’ αρέσουν πολλοί. Μ’ αρέσει ο Πάνος Βλάχος, τα Καλογεράκια, μου αρέσει η φωνή της Βιολέτας Ίκαρη. Μ’ αρέσει που εμφανίστηκε η Μαριάννα Κατσιμίχα. Μου αρέσουν πολύ τα τραγούδια της. Είναι πολλοί. Αδικώ σίγουρα και κάποιους που δεν μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο μυαλό. Η Νεφέλη Φασούλη, επίσης. Πολλά νέα παιδιά.

Έχετε τοποθετηθεί πολλές φορές δημόσια για κοινωνικά ζητήματα. Καταλαβαίνω ότι είστε ένας άνθρωπος που πιάνει τον σφυγμό της κοινωνίας. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το σημαντικότερο πρόβλημα;

Αχ, δεν ξέρω. Δεν είμαι κοινωνιολόγος. Νομίζω, όμως, ότι ένα μείζον πρόβλημα είναι πως ο καθένας είναι στοχοπροσηλωμένος στον μικρόκοσμό του και προσπαθεί να σώσει ό,τι σώζεται από τον μικρό του περίγυρο. Δεν βλέπει τη μεγάλη εικόνα. Όπως έχω ξαναπεί, πριν καταργηθούν οι συλλογικές συμβάσεις, καταργήθηκε η συλλογικότητα. Οπότε η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων είναι το αποτέλεσμα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα, αν και είναι πολύ γενικό, θα έλεγα αυτό. Κάπως έχει αμβλυνθεί η έννοια του «εμείς». Ο καθένας νομίζει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του, κάτι που είναι ψευδαίσθηση. Δεν γίνεται.

Ο Θάνος Μικρούτσικος έλεγε συχνά μια φράση που του άρεσε· ονειρευόταν μια κοινωνία όπου «ο ποιητής θα ψαρεύει και ο ψαράς θα γράφει ποιήματα».

Σωστά. Και τη φράση που την αποδίδουν σε πολλές ινδιάνικες φυλές, αλλά υπάρχει και ως κινέζικο ρητό: «μόνος σου θα πας γρήγορα, μαζί θα πάμε μακριά».

Ήθελα να ρωτήσω αυτή την ουτοπία θα τη ζήσουμε ποτέ; Ή θα φτάσουμε ως ένα σημείο;

Η ουτοπία είναι «ου τόπος»· δεν θα τη ζήσουμε. Ο μόνος τρόπος όμως να πορευόμαστε είναι να κοιτάμε ψηλά. Όπως έχω πει επανειλημμένα, η Πατησίων είναι ένας πολύ άσχημος δρόμος, αλλά αν σηκώσεις το βλέμμα, φαίνεται η Ακρόπολη. Πόσοι το ξέρουν αυτό; Νομίζω ελάχιστοι, γιατί έχουν το νου τους στραμμένο μπροστά ή κάτω. Η ουτοπία μπορεί να μην έρθει, αλλά ο μόνος τρόπος να πάμε κάπου καλύτερα είναι να κοιτάμε ψηλά. Και όχι στο γύρω γύρω μας.

Στις συναυλίες σας, έρχονται πολλά νέα παιδιά. Έχετε παρατηρήσει ποιες στιγμές ενώνεται η φωνή τους με τη δική σας;

Βέβαια. Συνέχεια. Κι αυτό είναι ένα μαγικό πράγμα που παίρνει και την κούραση από το σώμα. Δηλαδή, τώρα στην περιοδεία είμαστε κάθε μέρα και σε άλλη πόλη. Αλλά όταν βλέπεις τους πιτσιρικάδες να τραγουδούν με μια φωνή μαζί σου, είναι από τις μεγάλες ανταμοιβές αυτής της δουλειάς.

Υπάρχει κάποιο όνειρο που δεν έχετε πραγματοποιήσει σε αυτή τη διαδρομή;

Όχι, δεν υπάρχει. Πάντα τα όνειρά μου ήταν βατά. Δηλαδή, όνειρό μου ήταν να έχω ένα μίνιμουμ κοινό που να το αφορά αυτό που φτιάχνω και να τραγουδάει τα τραγούδια μου. Αυτό το έχω υπερβεί, ήδη από την πρώτη δεκαετία που γράφω τραγούδια, και μάλιστα κατά πολύ. Οπότε, το όνειρό μου είναι να γράφω όλο και καλύτερα τραγούδια και να σας είναι χρήσιμα. Αυτό.

Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την κουβέντα.

Κι εγώ. Καλό καλοκαίρι να έχουμε!

[mc4wp_form id="278"]