Το ξίδι είναι από εκείνα τα «παλιά» υλικά που τα τελευταία χρόνια επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο, όχι μόνο στη μαγειρική, αλλά και στη συζήτηση γύρω από την υγεία.
Από τα social media μέχρι τις καθημερινές συμβουλές διατροφής, πολλοί το προτείνουν ως έναν εύκολο τρόπο να «ρυθμίσουμε» το σάκχαρο ή ακόμη και να χάσουμε βάρος.
Πόσο όμως ισχύει αυτό; Και κυρίως, τι λέει η επιστήμη;
«Η χρήση προϊόντων φυσικής προέλευσης για τη θεραπεία ασθενειών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρά την έλλειψη επαρκών επιστημονικών δεδομένων που να αποδεικνύουν την ύπαρξη ιατρικού οφέλους. Οι λόγοι αυτής της “μόδας” είναι ορισμένες τοπικές παραδοσιακές πεποιθήσεις, η ευκολία πρόσβασης στην πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου και τέλος η κοινή αντίληψη ότι οι φυσικές θεραπείες είναι πιο αξιόπιστες, με λιγότερες παρενέργειες», εξηγεί η Έλενα Πέτσιου, Διευθύντρια Παθολόγος – Διαβητολόγος.
«Έχει φανεί ότι οι ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, οι οποίοι συνήθως δυσκολεύονται να μειώσουν την ημερήσια θερμιδική τους πρόσληψη, είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν συμπληρώματα και φυτικά προϊόντα, που υπόσχονται απώλεια βάρους και ευεργετικές μεταβολικές επιδράσεις. Ένα από αυτά είναι και το ξύδι», προσθέτει.
Ξίδι και διαβήτης – τι δείχνουν οι μελέτες
Η ιδέα δεν είναι καινούρια, ούτε… αποκύημα των social media. Το ξίδι χρησιμοποιούνταν ήδη πριν την ανακάλυψη των σύγχρονων αντιδιαβητικών φαρμάκων, ως ένα μέσο ελέγχου του σακχάρου. Σήμερα, το ενδιαφέρον εστιάζει κυρίως στο οξικό οξύ, το βασικό συστατικό του ξιδιού, αλλά και στα υπόλοιπα στοιχεία που περιέχει, όπως οργανικά οξέα, αμινοξέα και πολυφαινόλες. Αρκετές μικρές κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση ξυδιού πριν το γεύμα (οξεία πρόσληψη), μειώνει τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, με προδιαβήτη καθώς και στα υγιή άτομα.
Η μοναδική μελέτη που υπάρχει στη βιβλιογραφία και η οποία αφορά άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, σχεδιάστηκε από Έλληνες ερευνητές, με τη βοήθεια του τεχνητού παγκρέατος, που επιτρέπει τη συνεχή μέτρηση και καταγραφή της γλυκόζης. Στην εν λόγω μελέτη, η κατανάλωση μιας δόσης 30ml ξιδιού, πριν από την έναρξη μεικτού γεύματος, μείωσε τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης κατά περίπου 20% σε δέκα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.
Ωστόσο, υπάρχουν λίγες μελέτες οι οποίες δεν ανέδειξαν αυτή την ευεργετική επίδραση στον μεταβολισμό της γλυκόζης. Μερικοί από τους παράγοντες στους οποίους θα μπορούσε να αποδοθεί αυτή η ασυμφωνία είναι η δόση του ξυδιού, η οξύτητα, η ώρα λήψης σε σχέση με το γεύμα, η μορφή των υδατανθράκων στο χορηγούμενο γεύμα (μονοσακχαρίτες ή σύνθετοι υδατάνθρακες), ο γλυκαιμκός δείκτης του γεύματος και τέλος τα επίπεδα ινσουλινικής έκκρισης και υπολειπόμενης παγκρεατικής έκκρισης των συμμετεχόντων.
Όσον αφορά μελέτες μεγάλης διάρκειας (χρόνια πρόσληψη), δημοσιεύτηκε μια μετανάλυση τριών μικρών μελετών διάρκειας 8-12 εβδομάδων, η οποία ανέδειξε ότι σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη η κατανάλωση ξυδιού, είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (ΗBA1c) κατά 0,14%, λίγο μεν αλλά στατιστικά σημαντικό δε, οπότε πιθανόν η πιο μακροχρόνια χρήση του να συνδέεται με μεγαλύτερες μειώσεις της HBA1c, σημειώνει η γιατρός «αποκρυπτογραφώντας» σχετικές μελέτες.
Όταν τη ρωτάμε πώς μπορεί το ξίδι να επηρεάζει το σάκχαρο, απαντά αναφέροντας τους πιθανούς μηχανισμούς δράσης του ξυδιού στο μεταβολισμό γλυκόζης. Ανάμεσά τους είναι οι παρακάτω: καθυστέρηση της γαστρικής κένωσης, μείωση της απορρόφησης των υδατανθράκων από το έντερο, μείωση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης και τέλος αύξηση της κατανάλωσης γλυκόζης από το σκελετικό μυ.
Μπορεί το ξύδι να βοηθήσει στη δίαιτα;
Το ενδιαφέρον γύρω από το ξίδι δεν σταματά στη γλυκόζη, αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση του σωματικού βάρους. «Και επειδή δεν γίνεται να μιλάμε για σακχαρώδη διαβήτη και να μην ασχοληθούμε με το σωματικό βάρος υπάρχουν μελέτες που αναδεικνύουν ευεργετική επίδραση στη μείωση σωματικού βάρους σε πειραματόζωα και με βάση τα πορίσματα των μελετών αυτών, Ιάπωνες ερευνητές σχεδίασαν μια διπλή “τυφλή” μελέτη, ελέγχου με εικονικό φάρμακο, για να διερευνήσουν την επίδραση της πρόσληψης ξυδιού στη σωματική λιπώδη μάζα, 155 παχύσαρκων Ιαπώνων, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εικονικό φάρμακο ή 15ml μηλόξιδου ημερησίως ή 30ml μηλόξιδου ημερησίως για μια περίοδο 12 εβδομάδων.
Τα αποτελέσματα έδειξαν και στις δύο ομάδες που έλαβαν ξίδι, μείωση του σωματικού βάρους, της σωματικής λιπώδους μάζας, της περιμέτρου μέσης και του δείκτη μάζας σώματος, ήδη από την τέταρτη εβδομάδα με δοσο-εξαρτώμενο τρόπο. Η μείωση που παρατηρήθηκε δεν ήταν πολύ μεγάλη (1-2 kg σωματικού βάρους και 0,4-0,7 μονάδες μείωση του δείκτη μάζας σώματος), αλλά επαρκής ώστε να ωφελήσει τον μέσο παχύσαρκο Ιάπωνα (δείκτης μάζας σώματος: 25- 30 kg/m2), που τείνει να πάσχει από ασθένειες σχετιζόμενες με την παχυσαρκία.
Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, το σωματικό βάρος, η περίμετρος μέσης και ο δείκτης μάζας σώματος επέστρεψαν στις αρχικές τους τιμές, τέσσερεις εβδομάδες μετά από την διακοπή της χορήγησης ξιδιού, γεγονός που υποδηλώνει ότι πιθανόν είναι απαραίτητη η συνεχής χορήγηση για να διατηρηθούν οι ευεργετικές επιδράσεις του ξιδιού κατά της παχυσαρκίας. Αυτή η μελέτη είναι και η μοναδική σε ανθρώπους», επισημαίνει η ειδικός.
Τελικά αξίζει να το εντάξουμε στη διατροφή;
«Συμπερασματικά, υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που υποστηρίζουν την ευεργετική επίδραση του ξιδιού στην υπεργλυκαιμία και την παχυσαρκία, αλλά είναι λίγα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι το ξίδι είναι ένα ασφαλές προϊόν, ευρέως διαθέσιμο και οικονομικά προσιτό, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως συμπλήρωμα στο κάθε γεύμα (π.χ. προσθήκη 2 κουταλιών της σούπας στην σαλάτα) από τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη και/ή αυξημένο σωματικό βάρος για τη βελτίωση κυρίως των μεταγευματικών τιμών γλυκόζης. Περαιτέρω μεγάλες, καλά σχεδιασμένες μελέτες απαιτούνται για τη διερεύνηση της κατανάλωσης ξιδιού», καταλήγει η κ. Πέτσιου.
Με άλλα λόγια, το ξίδι μπορεί να έχει μια θέση στο πιάτο μας, αλλά όχι ως «μαγική λύση». Η σωστή διατροφή παραμένει η βάση – και ό,τι προστίθεται, λειτουργεί συμπληρωματικά.
