Τα φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι αποτελεσματικά και αυτό είναι κοινώς αποδεκτό πλέον. Το μεγάλο ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι «μετά τη θεραπεία, τι; Πώς διατηρείται η απώλεια του βάρους και πώς σταθεροποιούνται τα νέα κιλά;».
Τα τελευταία χρόνια η παχυσαρκία αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως μια χρόνια νόσος που επηρεάζει σοβαρά την υγεία. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακές παθήσεις και μεταβολικές διαταραχές που επιβαρύνουν την καθημερινότητα και το προσδόκιμο ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα ενέσιμα φάρμακα -και τα αντίστοιχα χάπια που αναμένονται- της κατηγορίας GLP-1 έχουν αλλάξει ουσιαστικά τη θεραπευτική προσέγγιση, προσφέροντας σε πολλούς ασθενείς σημαντική απώλεια βάρους και βελτίωση βασικών μεταβολικών δεικτών.
Η σημασία αυτών των θεραπειών αναγνωρίζεται πλέον και σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής υγείας. Στην Ελλάδα, το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» έχει εντάξει τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας για συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών υψηλού κινδύνου, με τη θεραπεία να χορηγείται για ορισμένο χρονικό διάστημα υπό ιατρική παρακολούθηση. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας περνά πλέον και μέσα από στοχευμένες φαρμακευτικές λύσεις.
Καθώς όμως όλο και περισσότεροι ασθενείς επιτυγχάνουν σημαντική απώλεια βάρους με αυτά τα φάρμακα, προκύπτει ένα νέο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν το βάρος σταθεροποιηθεί; Είναι απαραίτητο να συνεχίζεται η εβδομαδιαία θεραπεία για πάντα ή υπάρχει τρόπος να διατηρηθούν τα αποτελέσματα με πιο αραιή χορήγηση;
Τι διερεύνησε η νέα επιστημονική μελέτη
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Obesity εξέτασε αν η θεραπεία με αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 μπορεί να συνεχιστεί με μειωμένη συχνότητα χορήγησης μετά την αρχική επιτυχία, χωρίς να χαθούν τα οφέλη που έχουν ήδη επιτευχθεί. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής, Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, κ. Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, μαζί με τη βιολόγο Αλεξάνδρα Σταυροπούλου, αναφέρουν ότι στόχος της μελέτης ήταν να αξιολογηθεί κατά πόσο μια στρατηγική συντήρησης της θεραπείας μπορεί να διατηρήσει όχι μόνο τη μείωση του σωματικού βάρους αλλά και τις θετικές αλλαγές στη σύσταση σώματος και στους δείκτες του μεταβολικού συνδρόμου.
Ποιοι συμμετείχαν στην έρευνα
Η μελέτη περιέλαβε 30 ενήλικες ασθενείς που είχαν ήδη χάσει σημαντικό βάρος με εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης ή τιρζεπατίδης. Όταν το βάρος τους έφτασε σε σημείο σταθεροποίησης, το λεγόμενο plateau, δεν διέκοψαν τη θεραπεία. Αντίθετα, οι γιατροί προχώρησαν σε ένα σχήμα μειωμένης συχνότητας, συνήθως με χορήγηση ανά δύο εβδομάδες, διατηρώντας την ίδια δόση.
Οι ερευνητές εξέτασαν τρία διαφορετικά στάδια: την περίοδο πριν από την έναρξη της θεραπείας, τη φάση κατά την οποία το βάρος είχε σταθεροποιηθεί με την εβδομαδιαία χορήγηση και την περίοδο συντήρησης με πιο αραιές δόσεις.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Τα ευρήματα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Το μέσο σωματικό βάρος των ασθενών μειώθηκε από 87,9 ± 2,4 κιλά πριν από τη θεραπεία στα 74,1 ± 2,4 κιλά όταν σταθεροποιήθηκε η απώλεια βάρους και στη συνέχεια έφτασε στα 72,4 ± 2,2 κιλά κατά τη φάση της μειωμένης συχνότητας χορήγησης. Δηλαδή, οι ασθενείς όχι μόνο διατήρησαν τα αποτελέσματα αλλά συνέχισαν να χάνουν επιπλέον βάρος, εύρημα που ήταν στατιστικά σημαντικό. Η περίοδος παρακολούθησης διήρκεσε κατά μέσο όρο 36,3 εβδομάδες.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε μείωση τόσο του συνολικού σωματικού λίπους όσο και του λίπους στην περιοχή του κορμού, ενώ η σκελετική μυϊκή μάζα παρέμεινε σταθερή. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς στη θεραπεία της παχυσαρκίας δεν έχει σημασία μόνο το πόσα κιλά χάνονται αλλά και η ποιότητα της απώλειας βάρους.
Μπορεί η πιο αραιή θεραπεία να είναι λύση;
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, οι μεταβολικές βελτιώσεις που είχαν ήδη επιτευχθεί με την αρχική θεραπεία διατηρήθηκαν και κατά τη φάση της πιο αραιής χορήγησης. Αυτό δείχνει ότι μια στρατηγική σταδιακής μείωσης της συχνότητας των ενέσεων θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιθανή επιλογή συντήρησης για ορισμένους ασθενείς.
Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να σημαίνει λιγότερο συχνή φαρμακευτική παρέμβαση, χωρίς να χαθούν τα οφέλη που έχουν ήδη επιτευχθεί τόσο στο βάρος όσο και στους μεταβολικούς δείκτες.
Τρία ερωτήματα που απασχολούν πλέον τους ειδικούς
• Μπορεί η θεραπεία με GLP-1 να συνεχιστεί με πιο αραιές δόσεις μετά την απώλεια βάρους;
• Διατηρούνται οι μεταβολικές βελτιώσεις όταν μειώνεται η συχνότητα των ενέσεων;
• Θα μπορούσε μια τέτοια στρατηγική συντήρησης να κάνει τη θεραπεία πιο πρακτική για τους ασθενείς μακροπρόθεσμα;
Η επιστημονική κοινότητα συνεχίζει να μελετά αυτές τις παραμέτρους, καθώς το μεγάλο ζητούμενο στη διαχείριση της παχυσαρκίας δεν είναι μόνο η απώλεια κιλών αλλά κυρίως η μακροχρόνια διατήρησή τους.
