Στη φωλιά δυο παράξενων πουλιών σε μια γυμνή ακακία. Σαν σπιτάκι σε χωριό. Με το τίποτα και την ευτυχία.
Στις πέντε μαργαρίτες που τις πλακώνουν σκουπίδια και ρόδες αυτοκινήτων. Μα αυτές είναι κίτρινες και επιμένουν.
Στον ήλιο που αγαπά τη ζωή και προσπαθεί να αποτρέψει την κατρακύλα του πεπρωμένου.
Σε ένα μωρό από μετάξι και γάλα. Που εκπνέει την ασφάλεια του μητρικού κόσμου. Που θέλει γρήγορα να σταθεί στα δύο του πόδια.
Στο βουνό μου, που εμφανίζεται σε ένα δρομάκι στο Μετς με κουδούνια, βελάσματα και πρώιμες παπαρούνες. Ανεβαίνω στην κορφή. Τα παπούτσια μου γεμίζουν χιόνι. Το μεσημέρι, περπατάω στην Αρχιμήδους σαν ορεσίβια: με παγωμένα χέρια και τεντωμένο μέτωπο.
Στο παιδί που πιστεύει στις ιστορίες σαν να είναι πατρίδες.
Στον ύπνο σου, που έχει ζέστη.
Στους παπαγάλους. Στην εκκωφαντική τους επιβολή. Στην επίμονη θέλησή τους να λιγοστέψει ο κανόνας.
Στα δύο χέρια που έχουν δύναμη.
Στη θάλασσα που δε φαίνεται. Στην γκρίζα ελευθερία της.
Στους ανθρώπους. Γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
