Η τάση να μιλήσουμε δυνατά για την εμμηνόπαυση ξεκίνησε το 2025 και φαίνεται ότι θα… σαρώσει το 2026.

Όταν μιλούσαμε για εμμηνόπαυση στη δεκαετία του ‘90, το κάναμε χαμηλόφωνα, σαν κάτι που έπρεπε να περάσει γρήγορα και «με αξιοπρέπεια». Το 2026 δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Η εμμηνόπαυση επιτέλους συζητείται δυνατά: στο ιατρείο, στις αίθουσες διοίκησης, στα podcasts, στις πασαρέλες και -κυρίως- στον χώρο εργασίας.

Μελέτες δείχνουν ότι 8 στις 10 γυναίκες περνούν την εμμηνόπαυση ενώ εργάζονται, συχνά σε ηλικίες που συμπίπτουν με την πιο παραγωγική ή πιο στρατηγική φάση της καριέρας τους. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο συζητά επίσημα πολιτικές υποστήριξης στην εργασία, ενώ διεθνείς εταιρείες HR αναλύουν για πρώτη φορά το κόστος απώλειας ταλέντου.

Στην Ελλάδα, το 61% των γυναικών δηλώνει ότι δεν είχε επαρκή ενημέρωση, ενώ το 97% αναφέρει συμπτώματα που επηρεάζουν καθημερινότητα και λειτουργικότητα. Τα πιο κοινά -εξάψεις, διαταραχές ύπνου, brainfog, αλλαγές διάθεσης- είναι και αυτά που δυσκολεύουν περισσότερο την επαγγελματική ζωή. Ωστόσο, πλέον το εταιρικό οικοσύστημα αλλάζει, έστω αργά. Πολυεθνικές δοκιμάζουν menopause-friendlypolicies, άλλες προσλαμβάνουν συμβούλους, ενώ σε επίπεδο κοινωνίας η συζήτηση φτάνει στη διαπίστωση ότι η εμμηνόπαυση είναι μια φυσική μετάβαση στη ζωή της γυναίκας η οποία σχετίζεται με την υγεία της και όχι με τις ικανότητές της.

Θεραπείες και νέες προσεγγίσεις

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, που είχε για χρόνια δαιμονοποιηθεί, επανεξετάζεται με πιο ψύχραιμη ματιά. Για γυναίκες κάτω των 60 ετών ή εντός δέκα ετών από την έναρξη της εμμηνόπαυσης, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των εξάψεων, στη ρύθμιση του ύπνου και στη διάθεση. Δεν αποτελεί πανάκεια -και δεν είναι για όλες- αλλά εντάσσεται ξανά σε μια συζήτηση που γίνεται με στοιχεία, όχι με φόβο.Παράλληλα, προϊόντα σεξουαλικής υγείας, εφαρμογές παρακολούθησης κύκλου, συμπληρώματα διατροφής, αλλά και νέες ιατρικές εξειδικεύσεις (π.χ. menopausecare) δείχνουν ότι η φροντίδα της γυναίκας σε αυτό το στάδιο γίνεται πιο στοχευμένη και πιο τεχνολογικά υποστηριζόμενη.

Παράλληλα, ένα σημαντικό κομμάτι της συζήτησης αφορά τη σεξουαλικότητα της γυναίκας στην εμμηνόπαυση. Συμπτώματα όπως η κολπική ξηρότητα, η δυσπαρευνία και οι μεταβολές στη libido καταγράφονται συχνά στην εμμηνόπαυση, όμως για χρόνια παρέμεναν σχεδόν αόρατα στη δημόσια συζήτηση. Η αντιμετώπισή τους πλέον δεν περιορίζεται σε γενικά «συμβουλευτικά» πλαίσια, αλλά περιλαμβάνει ιατρικές παρεμβάσεις, προϊόντα σεξουαλικής υγείας και εξειδικευμένες υπηρεσίες γυναικολογικής φροντίδας που στοχεύουν στην ποιότητα ζωής και όχι μόνο στη διαχείριση των συμπτωμάτων.

Όταν η εμμηνόπαυση μπαίνει στον επαγγελματικό χώρο

Η μετάβαση στην εμμηνόπαυση συμπίπτει συχνά με μια περίοδο επαγγελματικής εξέλιξης. Πολλές γυναίκες βρίσκονται τότε στο απόγειο της καριέρας τους ή σε θέσεις ευθύνης. Παρ’ όλα αυτά, συμπτώματα όπως η κόπωση, η δυσκολία συγκέντρωσης, οι διαταραχές ύπνου και οι μεταβολές στη διάθεση μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινή λειτουργικότητα και την απόδοση στην εργασία.
Διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών βιώνει μείωση της παραγωγικότητας, αυξημένες απουσίες ή ακόμη και την ανάγκη να αλλάξει ρόλο, ωράριο ή επαγγελματική πορεία λόγω των συμπτωμάτων. Για ορισμένες, η έλλειψη κατανόησης και υποστήριξης στο εργασιακό περιβάλλον εντείνει το αίσθημα αορατότητας και οδηγεί σε πρόωρη αποχώρηση από την αγορά εργασίας.

Τι δείχνουν οι αριθμοί στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η εμμηνόπαυση εμφανίζεται κατά μέσο όρο μεταξύ των 48 και 51 ετών. Πρόκειται για μια ηλικία κατά την οποία πολλές γυναίκες παραμένουν ενεργές επαγγελματικά και κοινωνικά. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία δείχνουν ότι μεγάλο ποσοστό Ελληνίδων δεν αισθάνεται επαρκώς προετοιμασμένο για αυτή τη φάση της ζωής.

Έρευνες καταγράφουν ότι περισσότερες από έξι στις δέκα γυναίκες δηλώνουν πως δεν είχαν επαρκή ενημέρωση για τις αλλαγές και τον αντίκτυπο της εμμηνόπαυσης στην καθημερινότητά τους. Σχεδόν όλες αναφέρουν την εμφάνιση συμπτωμάτων, με τις εξάψεις, τις διαταραχές ύπνου και τις ψυχοσυναισθηματικές μεταβολές να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις. Ένα σημαντικό ποσοστό περιγράφει πιο σύνθετη συμπτωματολογία που επηρεάζει την ποιότητα ζωής, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη λειτουργικότητα στην εργασία.

Παράλληλα, πολλές εργαζόμενες γυναίκες στην Ελλάδα δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να μιλήσουν ανοιχτά για τα συμπτώματά τους στον χώρο εργασίας, φοβούμενες στιγματισμό ή παρερμηνείες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εμμηνόπαυση να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα «αόρατο» ζήτημα, παρότι επηρεάζει χιλιάδες γυναίκες σε παραγωγική ηλικία.

Από ατομικό ζήτημα σε κοινωνικό θέμα

Η εμμηνόπαυση δεν αφορά μόνο στην ατομική υγεία. Έχει σαφή κοινωνική και οικονομική διάσταση. Όταν οι γυναίκες αναγκάζονται να μειώσουν ώρες, να αλλάξουν ρόλο ή να αποχωρήσουν από την εργασία λόγω ανεπαρκούς υποστήριξης, η απώλεια δεν είναι μόνο προσωπική,είναι συλλογική.
Η μετατόπιση προς μια προληπτική, εξατομικευμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση μπορεί να αλλάξει αυτό το τοπίο. Η πρόσβαση σε ενημέρωση, θεραπείες και υποστηρικτικά εργασιακά περιβάλλοντα επιτρέπει στις γυναίκες να παραμείνουν ενεργές, παραγωγικές και παρούσες στον δημόσιο χώρο.

Η εμμηνόπαυση ως νέα αρχή

Αυτό που διαμορφώνεται σήμερα δεν είναι απλώς η επιστροφή της ορμονοθεραπείας, θεραπειών χωρίς ορμόνες ή η άνθηση νέων υπηρεσιών υγείας. Είναι ένας συνολικός επαναπροσδιορισμός της γυναικείας υγείας ως δυναμικού, δια βίου πεδίου φροντίδας. Το 2026, η εμμηνόπαυση αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως ένα φυσιολογικό στάδιο που αξίζει υποστήριξη, κατανόηση και λύσεις όταν χρειάζονται.

Και αυτή η αλλαγή έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα: δίνει στις γυναίκες τη δυνατότητα να διατηρήσουν τη θέση τους στην εργασία, να ενισχύσουν την αυτονομία τους και να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνικήζωή και να απολαμβάνουν τις προσωπικές σχέσεις, σε κάθε ηλικία και σε κάθε φάση της ζωής τους.

[mc4wp_form id="278"]