Ξεκίνησα. Ο εκτιμώμενος χρόνος που δίνει το GPS είναι περίπου έξι ώρες. Υπάρχουν τρεις ενδεδειγμένες διαδρομές που μπορώ να επιλέξω. Διάλεξα την πιο σύντομη, αλλά ταυτόχρονα και τη λιγότερο άνετη.
Αυτή τη φορά, είμαι περισσότερο οργανωμένος από την προηγούμενη. Τα ρούχα μου είναι επιλεγμένα προσεκτικά. Ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες και την ίδια στιγμή αναδεικνύουν ένα ιδιαίτερο στιλ, το οποίο θα σχολιαστεί. Ο εξοπλισμός μου είναι πλήρης και ευθυγραμμισμένος με τη γενική οδηγία. Έχω προμηθευτεί μέχρι και το αντίδοτο για τα δηλητήρια των φιδιών κι άλλων ζώων που δεν πάει το μυαλό σου.
Είμαι στον δρόμο. Ψάχνω να βρω ποια μουσική ταιριάζει ανάλογα με την ώρα και τις γρήγορες εναλλαγές του τοπίου. Τελικά διαλέγω κάτι χιλιοπαιγμένο στ’ αυτιά μου. Είμαι προβλέψιμος. Σπάνια βγαίνω από τη λούπα μου. Πάω στα ίδια μέρη, ακούω τα ίδια τραγούδια και κάνω τα ίδια λάθη. Παίζω ακόμα και τα ίδια παιχνίδια με το μυαλό μου.
Ας κάνουμε, για παράδειγμα, την παρακάτω άσκηση: ας φανταστούμε έναν κόσμο, όπου δεν υπάρχει πόνος. Δεν υπάρχουν πόλεμοι, ασθένειες, αποχωρισμοί, αδικίες ούτε θάνατος. Όλες μας οι ανάγκες και οι επιθυμίες είναι ικανοποιημένες και κάθε άνθρωπος μπορεί να ζει ελεύθερος και ευτυχισμένος.
Τι θα κάναμε; Θα γράφονταν στίχοι, όπως το «όταν χαράζει ο πρώτος στεναγμός βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη»* που ακούω τώρα; Θα φοβόμουν μήπως πέσω και τσακιστώ; Θα γυρνούσαν όλες μας οι συζητήσεις γύρω από το πως να γίνουμε καλύτεροι;
Έπρεπε να ήσουν εδώ. Το να παίζω μόνος μου αυτό το παιχνίδι δεν έχει ενδιαφέρον.
Συνεχίζω. Η απόσταση μειώνεται. Είναι μεσοκαλόκαιρο και αυτό από μόνο του δημιουργεί έναν αυτόνομο μηχανισμό φαντασίας μέσα μου. Αυτή η εποχή κατατροπώνει όλες τις υπόλοιπες με μόνα της όπλα το φως και τα ελαφριά ρούχα.
Στην άσκηση που έβαλα παραπάνω ξέχασα να προσθέσω ότι στον κόσμο της ουτοπίας θα έχει πάντα καλοκαίρι. Μήπως τώρα στο κάνω πιο εύκολο ή πιο δύσκολο;
Μπαίνουμε στην εποχή που ο Δίας περνά από τον αστερισμό του λέοντα, όπως λέει η φίλη μας, η Γιανίνα Ντουσέικο**. Είμαι πλέον έτοιμος να μου έρθουν όλα στο πιάτο χωρίς να κουνήσω το μικρό μου δαχτυλάκι. Τύχη και αφθονία. Δώρα στη μέση της ζωής μου επειδή ήμουν καλό παιδί. Σωστός με το στανιό***.
Δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά. Τα λέω για να μην σκοτωθώ από την αλήθεια. Μασκαρεύω τα πάθη και τις αγωνίες μου σαν να μην τα ζω εγώ, αλλά κάποιοι άλλοι μακριά από μένα.
Έχω φτάσει. Παρόλα αυτά, ο δρόμος μου δεν τελείωσε, θα συνεχίσω με τα πόδια. Ξέρω ότι όποια απερισκεψία κάνω από δω και πέρα θα την πληρώσουν τα γόνατά μου.
Δεν ξέρω αν η οδύνη με σπρώχνει να μιλάω και να γράφω, ξέρω όμως ότι μου δημιουργεί την ανάγκη. Με πετάει μακριά κι εγώ τρέχω να καλύψω την απόσταση.
Ίσως γι’ αυτό να παίρνω τους δρόμους: για να γεμίσω ένα κενό που ώρες-ώρες δεν μπορώ να ανεχτώ. Και θα το έκανα ακόμα και αν όλα ήταν στη θέση τους. Ακόμα και αν δεν πονούσα. Ακόμα και στον ιδανικό κόσμο. Από περιέργεια και μόνο.
*Έτσι ξεκινάει το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Όταν Χαράζει».
**Η ηρωίδα του βιβλίου της Olga Tokarczuk «Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών».
***Δάνειο από τον Σωκράτη Μάλαμα.
