Σε αυτή τη σχολική γιορτή, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς ένα όνομα με κεφαλαία γράμματα που αναβόσβησε όσο κράτησαν οι πρόβες και η παρουσίαση. Ήταν μια ζωντανή φλέβα από το παρόν, μια υπερβατική, ποιητική παρουσία που συνεχίζει να ξετυλίγει κόσμους που η ανθρωπότητα έχει ανάγκη, για να αναταράξει τον παλιό ρυθμό και το τέλμα.
Τα παιδιά είναι δέκα χρόνων. Κάποιο από αυτά ψάχνει στο πλήθος τη μορφή του. «Μα, μας ακούει». Δεν ψάχνει το χαμόγελο της επιβεβαίωσης ούτε το χειροκρότημα. Ψάχνει το άλμα του στα χρόνια, την αστραφτερή άρνηση, το όνειρο που μηδενίζει την αρχή και το τέλος.
Και στον πιο σύντομο χρόνο, όσο διαρκεί ο «Γλάρος» ή τα «Παιδιά κάτω στον κάμπο», αυτά τα παιδιά, που τόση εντύπωση μου έκαναν, συναντούν την κανονικότητά τους σε ένα σύμπαν χωρίς συμβιβασμούς και ασχήμια.
«Φορέστε μια ζεστή καρδιά κι ελάτε να με βρείτε. θα ‘μαι εκεί που συναντιούνται όλοι οι δρόμοι σας».
Και υπάρχει και η ζεστή καρδιά και ο δρόμος.
Το είδα και ανάσανα.
