Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2025 απονεμήθηκε, κατά πλειοψηφία, στην ποιήτρια Δήμητρα Κωτούλα για το έργο της Λάμια (εκδόσεις Πατάκη). Μου αρέσει ο τίτλος. Διαβάζω το βιβλίο — αποστηθίζω το ένα ποίημα μετά το άλλο — και μιλάω με την ποιήτρια. Δεν παρεκκλίνω από τον στόχο μου: κάθε άνοιξη να διαβάζω μόνο ποίηση. Στις πιο γρήγορες και ανεξήγητες ημέρες της ιστορίας, υπάρχουν άνθρωποι πολύ κοντά μας που διακρίνουν, στις αθέατες θέσεις, την αρτιότητα ενός κόσμου που αντιστέκεται και επιμένει· που γράφουν το ρήμα «ορμάω» με όσα περισσότερα φωνήεντα αντέχει· που πιστεύουν στη γλώσσα ως καλλιτεχνικό γεγονός — και, άρα, στην ανθρωπιά που μέσα από αυτήν γεννιέται, ανασαίνει και επιμένει, ακόμη κι όταν όλα γύρω μοιάζουν να τη διαψεύδουν.

Πότε καταλάβατε ότι η ποίηση σημαίνει κάτι περισσότερο για εσάς; Προσπαθήσατε να το εξηγήσετε στον εαυτό σας;

Το συνειδητοποίησα σε εκείνα τα χρόνια που, λίγο-πολύ, όλοι αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε πτυχές του εαυτού μας που μέχρι τότε έμεναν στο σκοτάδι — στην εφηβεία μου, δηλαδή. Δεν τόλμησα τότε να το παραδεχτώ ανοιχτά. Η εμπειρία που αποδείχθηκε καταλυτική και με οδήγησε τελικά σε μια συμφιλίωση με αυτό το κομμάτι του εαυτού μου ήρθε αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν πέρασα έναν χρόνο σπουδών ως φοιτήτρια Erasmus στο King’s College στο Λονδίνο. Εκεί, η επαφή μου με τον Ρόντρικ Μπίτον υπήρξε καθοριστική. Με έναν τρόπο, το Λονδίνο και τα μαθήματά του άνοιξαν μπροστά μου τη λεωφόρο της ποίησης.

Πολύ καθοριστική στιγμή αυτή που περιγράφετε. Αν γυρίσουμε λίγο πιο πίσω, στα παιδικά σας χρόνια, υπήρχε κάποια αίσθηση πιο οξυμένη μέσα σας; Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας ως παιδί;

Μεγάλωσα στην επαρχία. Η μητέρα μου κατάγεται από τη Σταυρούπολη, ένα χωριό της Ξάνθης, ενώ ο παππούς μου είχε ρίζες στην Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας μου, από την άλλη, είναι από την Καρδίτσα. Στο σπίτι των παππούδων μου, παρότι δεν ήταν μορφωμένοι, οι στίχοι κυκλοφορούσαν παντού — ο παππούς μου αγαπούσε πολύ να τραγουδά δημοτική ποίηση. Από τους γονείς μου θυμάμαι νανουρίσματα, αλλά και τραγούδια όπως «Το Γεφύρι της Άρτας». Ο πατέρας μου, αν και δασολόγος στο επάγγελμα, συνήθιζε να απαγγέλλει Βαλαωρίτη, έστω κι αν τον θυμόταν κάπως αχνά. Όλα αυτά έμεναν μέσα μου, στο υποσυνείδητο, και δούλευαν σιωπηλά. Για μένα, η γλώσσα δεν ήταν μόνο ένα μέσο επικοινωνίας· είχε μια ιδιαίτερη γοητεία, μια μουσικότητα. Αυτό είναι κάτι που, ομολογώ, με ακολούθησε. Το συνειδητοποίησα, βέβαια, πολύ αργότερα.

Οι σπουδές σας στη Φιλοσοφική τι ρόλο έπαιξαν στη σχέση σας με την ποίηση; Είχατε εξαρχής ένα συγκεκριμένο όραμα ή προέκυψε σταδιακά μέσα από τις εμπειρίες και τις επιρροές σας;

Σπούδασα Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, έχοντας την τύχη να διδαχθώ από πολύ φωτισμένους δασκάλους. Πρόλαβα μια γενιά σπουδαίων πανεπιστημιακών που άνοιγαν ορίζοντες πολύ πέρα από το στενό πεδίο των σπουδών μου. Στη Φιλοσοφία, είχα καθηγητή τον Παναγιώτη Νούτσο, στην Αρχαιολογία τη Νανώ Χατζηδάκη, αλλά και τον Μίλτο Γαρίδη, τον Ευάγγελο Χρυσό κ.α. Θέλω να πω ότι, πέρα από τις σπουδές μου στην αρχαιολογία, μού αποκαλύφθηκε ένα ευρύτερο πεδίο που με «υποψίασε» για την ευγλωττία των πραγμάτων. Κάπως έτσι άρχισε να αναδύεται μέσα μου η γλώσσα ως καλλιτεχνικό γεγονός. Υπήρχε, δηλαδή, το έργο τέχνης — κι εγώ όφειλα να κατασκευάσω μια ισάξια γλώσσα, που να μπορεί να το προσεγγίσει.

Μου αρέσει πολύ αυτό. Ο Νίκος Καρούζος έλεγε ότι «η ποίηση είναι παντού και πάντοτε». Τι πιστεύετε ότι μας απομακρύνει σήμερα από αυτή την αντίληψη — αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Ο θόρυβος. Συμφωνώ απόλυτα με τη ρήση του Καρούζου. Πιστεύω πως η ποίηση υπάρχει παντού, και έξω από τα ποιητικά βιβλία· απλώς η εποχή μας είναι πιο βιαστική, πιο θορυβώδης. Μας λείπει η απαραίτητη σιωπή και η απόσταση που θα μας επέτρεπαν να εντοπίσουμε τα σημάδια του ποιητικού γύρω μας. Σκέφτομαι κάτι που οι παλιότεροι έκαναν — αναφέρθηκα πριν στους γονείς και τους παππούδες μου: είχαν τον χρόνο να τραγουδήσουν ένα τραγούδι μέσα στην καθημερινότητα. Εμείς, βιαστικοί, στρεφόμαστε αμέσως στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση. Δεν αφήνουμε χώρο ανάμεσα σε εμάς και τα πράγματα.

Έχει περάσει πολλές φορές από το μυαλό μου, παρατηρώντας τον εαυτό μου να τρέχει να προλάβει. Σκεφτόμενη όμως αισιόδοξα, θα ήθελα να σας ρωτήσω: πιστεύετε ότι καθένας, με κάποιο τρόπο, είναι δυνάμει ποιητής;

Ναι, το πιστεύω απόλυτα. Θεωρώ ότι ένας βασικός ρόλος της ποίησης είναι να εκκινήσει μέσα στον καθένα το ποιητικό, το οποίο υπάρχει. Αν δείτε, ας πούμε, τα παιδιά πολλές φορές αυθόρμητα — επειδή έχουν μια πιο αυθεντική επαφή με τα πράγματα — λένε μια φράση ή έναν συνδυασμό λέξεων που είναι πάρα πολύ ποιητικός, και καμιά φορά τον ζηλεύω κι εγώ αυτόν τον τρόπο. Επομένως, θεωρώ ότι όλοι μας έχουμε αυτό το σπέρμα. Δεν σημαίνει ότι όλοι θα αρχίσουμε να γράφουμε ποιήματα, αλλά μπορούμε να ζούμε ποιητικά. Η ζωή μας να έχει τον χαρμόσυνο τόνο που δίνει ένα ωραίο ποίημα, όταν το απαγγέλλουμε, όταν το ακούμε ή όταν το διαβάζουμε. Να παραμένουμε δημιουργικοί και με μια καλή περιέργεια απέναντι στα πράγματα. Αυτό, πιστεύω, είναι μια βασική λειτουργία του ποιητικού, δηλαδή να πυροδοτεί αυτό το «δαιμόνιο», που μας κάνει περισσότερο ανθρώπινους, τελικά.

Τι πιστεύετε ότι έχετε κερδίσει μέχρι τώρα από την πορεία σας στη γραφή και ποια είναι η σημασία ενός τόσο σημαντικού βραβείου για εσάς;

Καταρχάς, είμαι πραγματικά ευγνώμων που μου δόθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Θέλω να ευχαριστήσω και τα μέλη της κριτικής επιτροπής, γιατί ξέρω ότι κάνουν σημαντική δουλειά: να επιλέξουν, να καταρτίσουν καταλόγους, μακρά λίστα, βραχεία λίστα. Θέλω επίσης να τονίσω ότι είναι εξαιρετικές όλες οι υποψηφιότητες, ειδικά για αυτή τη χρονιά για την οποία βραβεύτηκα, δηλαδή για τα βιβλία του 2024. Τώρα, τι έχω κερδίσει εγώ; Έχω κερδίσει πάρα πολλά, πολύ προσωπικά, που αφορούν εμένα ως άνθρωπο. Αλλά θεωρώ ότι το πιο ουσιαστικό είναι ίσως ότι απέκτησα ένα διαφορετικό βλέμμα στα πράγματα και μια αντοχή που με κάνει να επιμένω, ακόμη κι αν όλα γύρω μοιάζουν να μην συνηγορούν υπέρ μου. Ξέρετε, ο καλλιτέχνης είναι μια περίεργη φύση: έχει ευαισθησία, αλλά και μια φοβερή ανθεκτικότητα απέναντι στις καταστάσεις, ακόμα και σε δύσκολους και αντίξοους καιρούς. Αυτό, νομίζω, μπορεί να το προσφέρει η ποίηση — είτε τη γράφουμε, είτε τη διαβάζουμε, είτε την ακούμε. Και θεωρώ ότι είναι ένα τεράστιο κέρδος, τόσο προσωπικά για τον καθένα όσο και ευρύτερα για την κοινωνία, για την κοινότητα στην οποία ανήκουμε, και μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα. Είναι πολύ βασικό.

Αν έπρεπε να εξηγήσετε σε ένα παιδί τι είναι το έργο σας «Λάμια», ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούσατε για να του δώσετε μια γεύση από τον κόσμο του;

Σε ένα παιδί; Με επίθετα δηλαδή;

Ό,τι σας βγαίνει. Αν ένα παιδί ήθελε να μάθει γι’ αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο, που σας χάρισε και το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.

Αρχικά να πω ότι η αφορμή για αυτό το βιβλίο ήταν η διάδραση με την κόρη μου, ειδικά όταν έφτασε στην εφηβεία. Ξέρετε, η φύση των εφήβων είναι κάπως ιδιαίτερη· η κόρη μου περούσε συχνά από μεταπτώσεις που θυμίζουν τη μορφή της Λάμιας: από γλυκιά και τρυφερή γίνεται ξαφνικά άγρια και πιο επιθετική. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να μιλήσω για μεγάλα και πολύ ουσιαστικά ζητήματα με έναν τρόπο απλό. Προσπάθησα, δηλαδή, να μιλήσω για την απώλεια και τον θάνατο, τη χαρά, τον αποχωρισμό, τον ηρωισμό, αν θέλετε, μέσα από απλά επεισόδια βίου με τη μικρή μου κόρη. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που μπορεί να το διαβάσει ένα παιδί. Δεν πρέπει να υποτιμούμε καθόλου τα παιδιά. Μεγάλοι ποιητές έγραψαν ακόμη και παιδικά τραγούδια. Το παιδί έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία και μπορεί να παράξει καταπληκτικά πράγματα, αλλά και να κατανοήσει.

Και η διάδρασή του με τον ενήλικο είναι εξίσου σημαντική — αν φυσικά ο ενήλικος είναι σε θέση να την παρατηρήσει. Πόσο επαναστατικά ανταποκρίνεται στη ζωή ένα παιδί, πάντα.

Ακριβώς.

Σε μια πραγματικότητα που συχνά δεν είναι υποστηρικτική για τον άνθρωπο, πού βρίσκεται ο ποιητής;

Ο ποιητής, εξ ορισμού, βρίσκεται δίπλα στον άνθρωπο. Είναι αυτός που επαναπροσδιορίζει την πυξίδα, όταν χάνεται ο προσανατολισμός. Αυτό, πολλές φορές, τον κάνει και μη ευχάριστο — τουλάχιστον ο ουσιαστικός ποιητής, όχι αυτός που γράφει για να χαϊδεύει τα αυτιά του κοινού του ή για να κερδίζει βραβεία. Η αλήθεια είναι, οπωσδήποτε, σκληρή. Θεωρώ ότι ο ποιητής έχει και έναν παιδαγωγικό ρόλο — μέσα σε εισαγωγικά — όχι με την έννοια του ηθικισμού, αλλά της διάπλασης ή έστω της διαφύλαξης ενός ήθους. Όχι ηθική με την αυστηρή έννοια, αλλά σωστός ανθρωπισμός. Κι εδώ, νομίζω, η ποίηση πλησιάζει πολύ τη φιλοσοφία — μαζί με τους σωστούς φιλοσόφους και πνευματικούς ανθρώπους.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κ. Κωτούλα!

Κι εγώ!

*Η Δήμητρα Κωτούλα (γενν. 1974, Κομοτηνή) μεγάλωσε στην Ξάνθη και σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι διδάκτορας Ιστορίας της Τέχνης, με ειδίκευση στη Βυζαντινή και Μεσαιωνική τέχνη, από το Courtauld Institute of Art του Λονδίνου, ενώ έχει εξειδικευτεί περαιτέρω στις Ηνωμένες Πολιτείες (Princeton University και Dumbarton Oaks Research Library and Collection του Harvard στην Ουάσινγκτον). Σήμερα εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού ως αρχαιολόγος–ιστορικός της βυζαντινής τέχνης. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Τρεις νότες για μια μουσική (Νεφέλη, 2004), Η επίμονη αφήγηση (Πατάκη, 2017), Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος. Ποιήματα της λευκής σελίδας (Πατάκη, 2021 — Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Χάρτης») και Λάμια (Πατάκη, 2024), για την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ποιήματα και δοκίμιά της έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχουν μεταφραστεί σε δεκατρείς γλώσσες. Υπήρξε η πρώτη που μετέφρασε στα ελληνικά ποιήματα της νομπελίστριας Louise Glück, καθώς και έργα των Sharon Olds και Jorie Graham. Το 2023 κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ανθολογία ποιημάτων της, η οποία συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα του βραβείου Runciman και στις προτάσεις της Poetry Society of America.

[mc4wp_form id="278"]