Η ομορφιά της ήταν η καλοσύνη της. Το ταλέντο της αποσαφήνισε την εφηβεία της, όταν δεκαεφτάχρονο κορίτσι δημοσίευσε το ποίημα «Μοναξιά», μετά από παρότρυνση του νονού της, Νίκου Καζαντζάκη.
[mc4wp_form id="278"]
Η ομορφιά της ήταν η καλοσύνη της. Το ταλέντο της αποσαφήνισε την εφηβεία της, όταν δεκαεφτάχρονο κορίτσι δημοσίευσε το ποίημα «Μοναξιά», μετά από παρότρυνση του νονού της, Νίκου Καζαντζάκη.
Και θα νιώθουν όλοι οι επόμενοι ότι δεν υπάρχει χθες, ούτε θάνατος, ούτε συγκεκριμένη εποχή να κλείσει τον ζεστό πυρετό ενός ανθρώπου. Kαι θα οικειοποιούνται τη φωνή του -εκείνη την λυγμική φωνή στις μελοποιημένες λέξεις του Μιχάλη Κατσαρού- χωρίς να αραιώνει ποτέ η παρουσία του.
Να ακούσω τη φωνή της; Και ακούμε τη φωνή της. Σε διάφορα. Και τη βλέπουμε με μακριά, κοντά, ολόισια μαλλιά. Με μωβ φορέματα. Σε θάλασσες και στη μεγάλη βεράντα της Ίωνος Δραγούμη. Στην Επίδαυρο. Στην Ακαδημίας. Στο Πήλιο. Στην ασπρόμαυρη μετα-εφηβεία, στα έγχρωμα ‘70ς, στα χειροκροτήματα.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα πέρασα από την Ευφρονίου για το αγαπημένο μου γαλακτομπούρεκο. Έξω, στο δρόμο, μικρά παιδιά κοιτούσαν τα κρεμώδη γλυκά με δέος — έτσι όπως κοιτούν, ανά τα χρόνια, όλα τα παιδιά του κόσμου: τα γλυκά, τα μπαλόνια, το χιόνι, τον ήλιο, το νερό. Κι εκεί σκέφτηκα να κλείσω αυτή τη συνέντευξη.
Η Βασιλική Βελτσίστα, που γνώρισα τυχαία στο Παγκράτι, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε αυτή τη μικρή, βαθιά ποιητική, πόλη της Αιτωλοακαρνανίας. Είναι σχεδόν 30, ασχολείται με τη φωτογραφία και ζει στο αθηναϊκό κέντρο — αλλά κι όπου αλλού θελήσει. Γιατί ξέρει καλά, εκ γενετής, πώς είναι να μη χάνεις ούτε ίχνος από τα φτερά σου.
Δεν τελειώνει το νερό σε αυτές τις πηγές. Ούτε καν η συμπόνια των λύκων. Ούτε το κλαρίνο, όπως ακούγεται από το εκκλησάκι του Άη Θανάση. Ούτε η μνήμη, όπως την σχεδίασαν εκείνοι που ήξεραν και μας έκαναν να τους αγαπήσουμε βαθιά.
Αν υπάρχει ένας δρόμος στο Παγκράτι που οι άνθρωποί του θα ήθελαν να κρατήσουν έξω από τον ίλιγγο της ασαφούς γεωγραφίας, της «ανακαίνισης» και της ομοιομορφίας αυτός είναι η Ευτυχίδου.
Τόσες δεκαετίες μετά, και κάποιες από τις ηρωίδες που υποδύθηκε στο σινεμά η Αλίκη Βουγιουκλάκη, Λίζα (επιχειρηματίας, κόρη επιχειρηματία, μαθήτρια στο Κολέγιο της Φιλοθέης), Μανταλένα, Μαρίνα, Μυρτώ, Κατερίνα ,«υπάρχουν» στους σύγχρονους δρόμους της Αθήνας και στις Κυκλάδες, στη Φιλοθέη και το Ψυχικό, στον Πειραιά, στην Χίου, την Αμερικής, την Στησιχόρου. Με περισσότερη πραγματικότητα, με περισσότερο χιούμορ. Και όλα αυτά χάρη στην ταλαντούχα ηθοποιό, Δήμητρα Δερζέκου, που μέσα από ιβίσκους, μετάξια και ριπές φωτός, στήνει οικεία πρόσωπα απέναντι σε έναν καθρέφτη που δεν δείχνει μόνο αυτό που είμαστε, αλλά και αυτό που θα θέλαμε κάποτε να γίνουμε.
Εκείνη η εποχή ήταν η εποχή των περιπάτων. Η διασκέδαση μας ήταν ή τα πάρτι ή οι βόλτες με το ποδήλατο ή οι απλοί περίπατοι. Τα αγόρια του Κολεγίου και τα κορίτσια του Αρσακείου. Πήγα την άλλη μέρα στο σχολείο και τους είπα «περπάτησα στην οδό Διαμαντίδου με τον Μάνο Χατζιδάκι».
Όταν ήμουν μικρή, νόμιζα ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο πραγματικός, είναι ζωγραφισμένος με μαρκαδόρους και ο «άλλος», εκείνος με τα άσπρα μαλλιά και τα γυαλιά ήταν απλώς φευγάτος. Μια στη γη, μια στα σύννεφα. Να παρατηρεί τη διαχρονικότητα της θάλασσας και μιας διάτρητης καθημερινότητας, που περνάει στην αθανασία με το ελάχιστο της ποίησης.
[mc4wp_form id="278"]