Από την αρχή της χρονιάς σκέφτομαι το περιεχόμενο του κειμένου για τα τεσσαρακοστά μου γενέθλια. Ναι, τέτοιος είμαι, ένας «ρίξτε μου φώτα» τύπος. Αφού βρήκα τον τρόπο να γράφω ελεύθερα, θα με υποστείς, αγαπητό κοινό μου. Υπάρχει ο κίνδυνος όμως να σε απογοητεύσω, μιας και δε βρίσκω κάτι πρωτότυπο να καταθέσω στην πιο κρίσιμη καμπή της ηλικίας μου. Στέρεψα από τις φασέικες ψαγμενιές, τα ποιητικά λόγια, τις μεταφορές και τα καλολογικά στοιχεία. Μάλλον έκλεισα τα σαράντα πριν από δύο χρόνια, γράφοντας τον απολογισμό μου στο κείμενο «Άλλο ένα καλοκαίρι στη γη».
Από τότε μέχρι σήμερα, «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν». Χωρίς χεράκια και κόμπους, χωρίς καμένες καρδιές. Τα χρόνια περνάνε γρήγορα και το αποτέλεσμα στη διαίρεση της ζωής με τον χρόνο είναι μονοψήφιο. Απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα δεν παίρνω και καταλήγω να λέω: «Όπως έρθουν τα πράγματα, μωρέ». Θέλω να κάνω λογαριασμό, αλλά η ιστορία μοιάζει μυστηριώδης. Οπότε έρχομαι να αναρωτηθώ φωναχτά: Με ποιον και με τι να μετρηθώ τώρα που μπαίνω στην πέμπτη δεκαετία της ζωής μου; Θα σας δώσω μερικές επιλογές κι εσείς θα μου πείτε. Στα σαράντα τους, οι γονείς μου είχαν τρία παιδιά, εκ των οποίων τα δύο μεγαλύτερα ήταν στα πρώτα έτη του πανεπιστημίου. Ο Τσε Γκεβάρα είχε πάρει μέρος σε τρία επαναστατικά κινήματα, εκ των οποίων το ένα ήταν νικηφόρο. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι είχε ολοκληρώσει τον «Μυστικό Δείπνο» και ο Πάμπλο Πικάσο τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν». Η Μαρί Κιουρί είχε τιμηθεί ήδη με το πρώτο της βραβείο Νόμπελ. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε γίνει ήδη αυτοκράτορας της Γαλλίας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε εκλεγεί δύο φορές βουλευτής, έχοντας μια μακρόχρονη καριέρα στον ιδιωτικό τομέα. Νομίζω δε χρειάζεται να συνεχίσω. Νιώθω ίλιγγο. Δεν τους φτάνω ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι. Μάλλον θα πρέπει να αρχίσω να αποδέχομαι ότι δε θα αφήσω το στίγμα μου στην ανθρωπότητα.
Στα σοβαρά τώρα. Μάλλον δεν έχει νόημα να συγκριθώ με κάτι. Νιώθω ότι το μόνο που μετράει είναι ότι αντέχω ακόμα. Και αντέχω γιατί θέλω να δω τι έχει παρακάτω. Είναι το προνόμιο της ηλικίας. Δεν έχω να αποδείξω πλέον κάτι, θέλω να προλάβω να ζήσω όσο περισσότερο μπορώ. Εύχομαι από δω και πέρα να ζούμε (και να ζω) μικρά θαύματα. Να αρχίσει επιτέλους η εποχή των «ονείρων και των ερώτων». Σ’ αυτό το πέρασμα του χρόνου θέλω η καρδιά μου να τα δίνει όλα και να παραμένει γεμάτη. Να ξοδεύεται αδιάκοπα στην αγάπη. Μέσα μου παίζει σε λούπα ο στίχος του Οδυσσέα Ιωάννου: «Αν η ζωή μου είναι μια μέρα, τότε είναι ακόμα μεσημέρι». Είναι το μεσημέρι μιας καλοκαιρινής μέρας που με βρίσκει δίπλα στη θάλασσα. Έχω κοντά μου αγαπημένα πρόσωπα και λιώνουμε όλα μαζί μέχρι να γίνουμε ένα σώμα. Μακάρι να μας ρούφαγε μια μαύρη τρύπα και να μας έβγαζε το επόμενο καλοκαίρι στο ίδιο σημείο, παρακάμπτοντας την άχαρη χειμωνιάτικη διαδρομή. Εγώ θα στέκομαι στο ίδιο σημείο, συγκινημένος. Θα βλέπω το γέλιο στα πρόσωπά σας και θα σκέφτομαι ότι δε θα ήθελα να ήμουν κάπου αλλού εκτός από εδώ.
