Η Καταλονία μείωσε το ηλικιακό όριο της πληθυσμιακής ομάδας-στόχου για τις στρατηγικές πρόληψης των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (ΣΜΝ) στα 12 έτη, λόγω της συνεχούς αύξησης των μολύνσεων σε εφήβους και νέους. Το Υπουργείο Υγείας παρουσίασε την Πέμπτη ένα νέο μοντέλο φροντίδας, με στόχο την ενίσχυση της έγκαιρης ανίχνευσης, τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και τη βελτίωση του συντονισμού για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Από το 2016, ο δείκτης εμφάνισης ΣΜΝ σε άτομα κάτω των 25 ετών αυξήθηκε από 103 σε 541 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας. Η χλαμύδια αποτελεί τη συχνότερη καταγεγραμμένη λοίμωξη στην Καταλονία, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 49,7% όλων των διαγνώσεων φέτος. Ακολουθούν η γονόρροια (39,3%), η σύφιλη (8,5%) και το λεμφοκοκκικό κοκκίωμα (2,5%).
Το Υπουργείο έχει εντοπίσει διαφορετικά πρότυπα εξάπλωσης ανά φύλο και σεξουαλικό προσανατολισμό: η χλαμύδια πλήττει κυρίως νεαρές ετεροφυλόφιλες γυναίκες, ενώ οι υπόλοιπες λοιμώξεις εμφανίζονται κυρίως σε άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες ηλικίας 30-39 ετών. Όλες οι ΣΜΝ παρουσιάζουν σχεδόν 40% ετήσια αύξηση.
Αιτίες της ανόδου και νέα στρατηγική πρόληψης
Η αύξηση αυτή αποδίδεται σε πολλούς παράγοντες: μείωση στη χρήση προφυλακτικού, αλλαγές στις σεξουαλικές συμπεριφορές, εξάπλωση του chemsex, αλλά και στη χρήση κοινωνικών δικτύων και εφαρμογών γνωριμιών. Το Υπουργείο επισημαίνει επίσης δομικά ζητήματα όπως οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, τα εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας και το στίγμα που συνοδεύει τις λοιμώξεις αυτές.
Η ενίσχυση των συστημάτων επιδημιολογικής επιτήρησης και οι ευρύτερες πολιτικές προσυμπτωματικού ελέγχου συνέβαλαν επίσης στην αύξηση των διαγνώσεων ΣΜΝ, κάτι που πιθανώς εξηγεί εν μέρει την καταγραφόμενη άνοδο, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση.
Το νέο μοντέλο στοχεύει να μετατοπίσει το επίκεντρο από την αποκλειστική έμφαση στη διάγνωση και θεραπεία προς μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση με έμφαση στην πρόληψη, την προαγωγή της σεξουαλικής υγείας και την πρώιμη ανίχνευση. Το σχέδιο ενσωματώνει μια «αποστιγματοποιητική» οπτική για τις ΣΜΝ και επιδιώκει να καταστήσει τη φροντίδα τους φυσιολογικό μέρος του συστήματος υγείας.
Η πρωτοβάθμια φροντίδα θα αποτελέσει τον βασικό πυλώνα του νέου συστήματος, με εξειδικευμένους επαγγελματίες στα Κέντρα Υγείας (CAP), τα ASSIR και άλλες κοινοτικές δομές. Το Υπουργείο Υγείας σχεδιάζει επίσης καλύτερο συντονισμό με νοσοκομεία, εργαστήρια και υπηρεσίες επιδημιολογικής επιτήρησης, καθώς και την εφαρμογή ενός νέου συστήματος άμεσης κοινοποίησης των ΣΜΝ από τον φάκελο ασθενούς της πρωτοβάθμιας περίθαλψης εντός του τρέχοντος έτους.
