Πρόσφατα, άκουσα στο ραδιόφωνο ότι σε έναν πολυσύχναστο διάδρομο της Πομπηίας, ο οποίος συνέδεε τα θέατρα της πόλης με τη Via Stabiana, οι αρχαιολόγοι κατόρθωσαν να φέρουν ξανά στο φως χαράγματα, που είχαν σχεδόν σβηστεί από τη φθορά του χρόνου. Ανάμεσα σε ευρήματα που καταγράφουν από σύντομες εξομολογήσεις και πειράγματα, μέχρι αναφορές σε θεάματα ή αγώνες και ωμές προσβολές, ξεχωρίζει ένα σύντομο μήνυμα αγάπης χαραγμένο στον τοίχο, το οποίο λέει: «Βιάζομαι. Πρόσεχε, Σάβα μου. Και φρόντισε να μ’ αγαπάς». Παύση. Δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Ίσως το αρχαιότερο αγαπησιάρικο SMS, που έχει ανακαλυφθεί ποτέ. Η ψηφιακή απεικόνιση έβγαλε τα λεφτά της και με το παραπάνω.

Εσείς που με ξέρετε θα φαντάζεστε τι πυροδοτεί μέσα στο μυαλό μου το άκουσμα μιας αρχαίας ανακάλυψης με ένα τόσο τρυφερό περιεχόμενο. Η σκέψη μου ξεκινάει από το τι να απέγιναν ο αποστολέας και ο παραλήπτης του μηνύματος και τελειώνει στο πώς θα είναι οι ανθρώπινες σχέσεις σε δύο χιλιάδες χρόνια από τώρα.

Επειδή πάλι δεν έχω τις απαντήσεις, θα το πιάσω από τον κοινό παρονομαστή που είνα ιδιαχρονικά η βιολογία. Αυτός ο χορός των χημικών ενώσεων που δίνουν το καύσιμο της αγάπης, αφήνοντας την κατεύθυνση στις κοινωνικές κατασκευές. Οι άνθρωποι πάντα ένιωθαν έντονα, αλλά μία αόρατη φωνή που οι ίδιοι επινοούσαν τούς υπαγόρευε τι επιτρεπόταν να νιώσουν, τι θεωρούνταν σωστό και πώς έπρεπε να το δείξουν.

Η σύγκρουση των ενστίκτων με τις κοινωνικές νόρμες έγινε, πολλές φορές, υψηλή τέχνη. Έγινε ποίημα της Σαπφούς, σονέτα του Σαίξπηρ, μυθιστόρημα του Φλομπέρ, πίνακας του Μποττιτσέλλι, όπερα του Βάγκνερ, ταινία του Μπέργκμαν και μουσική του Χατζιδάκι. Το σώμα μπλέκεται με τις λέξεις, τους μύθους, τις προσδοκίες, τα χρώματα και τις μουσικές. Εκατοντάδες αριστουργηματικοί τρόποι για να πεις απλώς «σ’ αγαπώ πολύ».

Έχουν μιλήσει τόσοι άλλοι για μένα, που μού έχει μείνει μόνο ο απλός τρόπος κι ας μην τον χρησιμοποιώ. Κι ας είναι κάτω από τη μύτη μου. Εγώ όμως είμαι αλλού. (Δε) Συμβιβάζομαι. Θέλω και (δεν) αντέχω. Γίνομαι μια καραμέλα στο σημείο που σκάει η γλύκα της. Κυνηγάω μια μικρή, προσωρινή αθανασία, όπως οι γκραφιτάδες της Πομπηίας έχοντας την ψευδαίσθηση της αιώνιας ζωής και στο τέλος, μένω με ξερά χείλη. Δεν ξεδιψάω. Περιμένω μια νεροποντή κι ας ξέρω ότι δε θα αφήσει τίποτα όρθιο, μαζί κι εμένα. Τη μία μέρα, είμαι η μία όψη του πολιτισμού που κάνει τα σπαράγματα ποιήματα και τραγούδια και την άλλη μέρα, η άλλη όψη του, που πακετάρει το συναίσθημα σαν φτηνό προϊόν και το πουλάει τυλιγμένο με τον πόνο. «Είμαι ο κανένας. Εσύ; Αν είσαι το ίδιο, τότε είμαστε ήδη ζευγάρι». **

Οι άνθρωποι αγαπιόντουσαν, αγαπιούνται και (μάλλον) θα αγαπιούνται. Ίσως είναι ο μόνος ολοκάθαρος δρόμος τους. Και αγαπούν με όρους ή άνευ όρων. Με ανιδιοτέλεια ή με συμφέρον. Με αυταπάρνηση ή με οδηγίες χρήσης. Λίγο ή πολύ. Από κοντά ή από μακριά. Αισιόδοξα ή απελπισμένα. Γνωρίζοντας τον τρόπο ή όχι. Χάνοντας τα μυαλά τους ή όχι. Εθισμένοι ή όχι. Με κάθε κύτταρό τους ή μόνο με το μικρό τους δαχτυλάκι. Στα λόγια ή στην πράξη. Στη σφαίρα της φαντασίας ή στην σκληρή πραγματικότητα. Παραμένοντας οι εαυτοί τους ή παριστάνοντας κάποιους άλλους. Για πάντα ή για ένα δευτερόλεπτο. Σ’ αυτήν τη ζωή ή την άλλη.

*Με αυτές τις λέξεις τελειώνει το τραγούδι «μη με κλειδώνεις» του Αλκίνοου Ιωαννίδη.
** Με αυτές τις λέξεις ξεκινάει το ποίημα “I’m Nobody! Who are you?” της Έμιλι Ντίκινσον.

[mc4wp_form id="278"]