Όταν ήμουν μαθητής, στις τελευταίες τάξεις του λυκείου, πίστευα ότι όλα στη ζωή μου θα έρθουν, όπως τα έχω φανταστεί. Διάβαζα μανιωδώς και είχα την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που πιστεύει ότι όση περισσότερη γνώση κατακτά, τόσο περισσότερο είναι ικανός να κυριαρχήσει στον κόσμο (ή έστω να τον ερμηνεύσει), με την μαρξιστική έννοια πάντα. Η φαντασίωση, όπως καταλαβαίνετε, πήγε στα σκουπίδια και το μπόνους από τον Θεό δεν το έλαβα ποτέ. Όσο για τη γνώση, κατάλαβα ότι χρειάζομαι δέκα ζωές μελέτης για να πω ότι δεν ξέρω τίποτα. Συγγνώμη, Κάρολε.
Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι έκανα μια τρύπα στο νερό. Όπως και να με μετρήσετε, κατάφερα να φτάσω ως εδώ χωρίς να είμαι τόσο μαλ@κας. Προσπάθησα (και προσπαθώ) να περάσω από τα χρόνια σαν «ένα παιδί που σφυρίζει φάλτσα κι έχει λυτά κορδόνια», όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου. Περνάω ξυστά ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την πραγματικότητα για να αποφύγω το πλαγιομετωπικό. Βάζω τις σημαίες μου σε όσες κορυφές έχω πατήσει και συνεχίζω. Κι ας βλέπω εμένα και τους γύρω μου κουρασμένους, χτυπημένους από όποια κούραση υπάρχει, φυσική, συναισθηματική, ψυχολογική και κοινωνική. Κι ας βλέπω βίντεο για την κάθε χρονιά που τελειώνει για το πόσο σκ@τά πήγε και μας τέντωσε και πόσο ελπίζουμε να πάει καλύτερα η επόμενη. Ο κόσμος είναι γεμάτος από αναλύσεις και συνταγές για μια καλύτερη ζωή. Μιλάνε για τις θέσεις των άστρων και πλανητών.
Μεγάλες μετακινήσεις και αλλαγές. «Οι καιροί νερό θα φέρουν κι όμως θα καούν καρδιές». Πώς γίνεται αυτό; Όλες οι προβλέψεις άχρηστες σε μια αδέσποτη ζωή που δεν ξέρεις που θα ξημερωθεί. Αλλά και πάλι σκέφτομαι: αυτή δεν είναι η ομορφιά; Να μην ξέρεις τι θα γίνει και απλά να συνεχίζεις. Συγγνώμη, influencers.
Και όταν έρθει η ώρα να κάνεις ταμείο, δεν πρέπει να έχεις κάτι να πεις; Φέτος, γίνομαι σαράντα χρόνων, κάτι δεν πρέπει να πάρω πίσω που έφτασα ως εδώ; Μην το δένεις και κόμπο. Αν δεν έχεις σπείρει, τι να θερίσεις; Δε σου χρωστάει κανείς και τίποτα. Καταπίνοντας από μικρός το ελληνικό όνειρο, τώρα είναι η στιγμή που δεν το νιώθω σαν τσιμέντο μέσα στο στομάχι. Δεν είμαι υπάλληλος κάποιας υπηρεσίας, δεν πήρα δάνειο για να χτίσω, δεν έχω κτήματα, αποταμιεύσεις και εξοχικό. Δεν τακτοποιήθηκα. Συγγνώμη, γιαγιά.
Θα το πω, όπως το σκέφτομαι: χαίρομαι που μεγαλώνω έτσι. Χαίρομαι που σας βρήκα και με βρήκατε. Χαίρομαι που επιτέλους έχω τη δύναμη να κοιτάζω τα μάτια σου χωρίς να ντρέπομαι. Και ας με κυριεύει ο φόβος πως όλα, με τον καιρό, θα γίνονται βαρετά και λίγα. Κι ας ακούω την ανάσα μου κουρασμένη. Κι ας έχω ακόμα πολλά να μάθω. Κι ας λένε ότι «ο κόσμος θα τελειώσει με ένα λυγμό». Μου αρκεί. Θα πηδήξω τις σελίδες για να πάω στην τελευταία. Θα προλάβω να ακούσω τα χρώματά σου. Θα προλάβω να δω τα χείλη σου να κοκκινίζουν, όταν λες «δε μου φτάνει αυτό, θέλω κι άλλο». Θα είμαι εκεί, αλλά δεν ξέρω αν θα σου φτάνει. Συγγνώμη, κορίτσι.
