Η μαστογραφία συνιστάται συνήθως από την ηλικία των 40 ετών και μετά. Ωστόσο, για ορισμένες γυναίκες, η έγκαιρη εξέταση μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας. Ειδικοί επισημαίνουν πέντε βασικούς παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε νεαρότερη ηλικία και, επομένως, δικαιολογούν προληπτικό έλεγχο νωρίτερα.
Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου
Αν μια γυναίκα έχει συγγενή πρώτου βαθμού που διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού, η εξέταση πρέπει να ξεκινά δέκα χρόνια νωρίτερα από την ηλικία διάγνωσης της συγγενούς. Για παράδειγμα, αν η μητέρα εμφάνισε καρκίνο στα 39, η κόρη πρέπει να ξεκινήσει έλεγχο στα 29.
Αν και μόνο το 5-10% των καρκίνων του μαστού είναι κληρονομικοί, η ύπαρξη γονιδιακών μεταλλάξεων όπως οι BRCA1 και BRCA2 αυξάνει δραματικά την ευπάθεια. Οι μεταλλάξεις αυτές είναι συχνότερες σε ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι Εβραίοι Ασκενάζι. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστάται γενετικός έλεγχος.
Επιπλέον, έχει σημασία να γνωρίζει κανείς αν άλλοι συγγενείς (παππούδες, θείες, θείοι) έχουν νοσήσει από καρκίνο, και ποιο είδος. Καρκίνοι όπως ο ωοθηκικός, ενδομήτριος, παγκρεατικός, στομαχικός ή το μελάνωμα συνδέονται γενετικά με τον καρκίνο του μαστού. Αν εμφανίστηκαν σε νεαρή ηλικία, ο γενετικός παράγοντας είναι ακόμη πιο πιθανός.
Έναρξη εμμήνου ρύσεως πριν τα 12
Η πρώιμη αρχή περιόδου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο. Ο μέσος όρος ηλικίας πρώτης περιόδου έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες — από τα 12,5 στα μέσα του 20ού αιώνα στα 11,9 στις αρχές του 21ου. Κάθε χρόνο που η εμμηναρχή έρχεται νωρίτερα από τα 12, ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού αυξάνεται κατά 5% έως 9%.
Η αιτία είναι ορμονική: Όσο νωρίτερα ξεκινά η περίοδος, τόσο περισσότερο διάστημα στη ζωή υπάρχει έκθεση στα οιστρογόνα, ορμόνη που, αν και απαραίτητη, μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη ορισμένων τύπων καρκινικών κυττάρων.
Πρώτη εγκυμοσύνη μετά τα 35
Η εγκυμοσύνη σε οποιαδήποτε ηλικία προκαλεί γρήγορες ορμονικές αλλαγές στους μαστούς, αυξάνοντας προσωρινά τον κίνδυνο. Όταν όμως η πρώτη εγκυμοσύνη συμβαίνει μετά τα 35, το ρίσκο είναι μεγαλύτερο, επειδή η βασική ευαισθησία στον καρκίνο του μαστού αυξάνεται με την ηλικία.
Μετά την περίοδο κινδύνου που ακολουθεί τον τοκετό, η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός προσφέρουν μακροπρόθεσμη προστασία — 20ετίας περίπου — καθώς ωριμάζουν τα κύτταρα του μαστού και μειώνουν τη συνολική έκθεση στα οιστρογόνα. Ωστόσο, όταν η πρώτη γέννα γίνεται αργά, το προσωρινό αυξημένο ρίσκο υπερβαίνει το μελλοντικό όφελος. Από την άλλη, η μη τεκνοποίηση αποτρέπει τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο, αλλά στερεί το μακροπρόθεσμο προστατευτικό αποτέλεσμα.
Μεγάλο σωματικό βάρος
Η σχέση βάρους και υγείας είναι πολύπλοκη, ωστόσο η παχυσαρκία έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο για 13 είδη καρκίνου, ανάμεσά τους και του μαστού. Το σωματικό λίπος μπορεί να ενισχύσει τη φλεγμονή και να αυξήσει επίπεδα ινσουλίνης και οιστρογόνων, ορμονών που ευνοούν την ανάπτυξη όγκων.
Η συσχέτιση είναι ιδιαίτερα έντονη μετά την εμμηνόπαυση, όταν τα επίπεδα οιστρογόνων ρυθμίζονται περισσότερο από τον λιπώδη ιστό. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί προτείνουν να λαμβάνεται υπόψη το βάρος ως πιθανός παράγοντας κινδύνου και σε νεότερες ηλικίες. Αντί να εστιάζουμε στο νούμερο της ζυγαριάς, συνιστούν να δίνουμε έμφαση στη σωματική δραστηριότητα και στον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ, καθώς η έλλειψη άσκησης και το αλκοόλ ευθύνονται για περίπου 7% και 16% των περιστατικών καρκίνου του μαστού αντίστοιχα.
Αυξημένος κίνδυνος για τις μαύρες γυναίκες
Οι μαύρες γυναίκες εμφανίζουν παρόμοια συνολικά ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού με τις λευκές, αλλά έχουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας, κάτι που αποδίδεται στις ανισότητες πρόσβασης και ποιότητας φροντίδας λόγω συστημικού ρατσισμού.
Επιπλέον, οι νεότερες μαύρες γυναίκες φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο νόσησης: σύμφωνα με μελέτη του 2024, οι ηλικίες 20-29 παρουσιάζουν 53% μεγαλύτερο ρίσκο σε σχέση με λευκές γυναίκες της ίδιας ηλικίας, και οι 30-39 κατά 15% μεγαλύτερο.
Η αυξημένη συχνότητα σχετίζεται κυρίως με την τριπλά αρνητική μορφή καρκίνου του μαστού, μια ιδιαίτερα επιθετική παραλλαγή που εμφανίζεται σε νεαρή ηλικία. Πιθανοί λόγοι είναι βιολογικοί ή γενετικοί, αλλά και επιγενετικές αλλαγές που προκαλούνται από τη χρόνια έκθεση στο στρες.
Επιπλέον παράγοντες και σημασία της έγκαιρης διάγνωσης
Πέραν αυτών των πέντε κύριων παραγόντων, υπάρχουν και λιγότερο συχνοί: Γενετικά σύνδρομα όπως Li-Fraumeni ή Cowden, προηγούμενη ακτινοθεραπεία στον θώρακα (π.χ. για λέμφωμα Hodgkin) ή καλοήθεις παθήσεις του μαστού. Οποιαδήποτε ανωμαλία — όζος, εισολκή δέρματος, έκκριση από θηλή ή πόνος — πρέπει να εξετάζεται από γιατρό, ακόμη και σε πολύ νεαρή ηλικία.
Αν και οι περισσότερες περιπτώσεις είναι καλοήθεις, η απεικόνιση (υπέρηχος ή μαστογραφία) είναι απαραίτητη για σιγουριά. Οι γιατροί πλέον δείχνουν μεγαλύτερη ευαισθησία στα συμπτώματα νέων γυναικών, λόγω της αυξανόμενης συχνότητας πρώιμων διαγνώσεων.
Τελικά, η πρόληψη ξεκινά από την εγρήγορση: Να γνωρίζουμε το σώμα μας, να ακούμε τη διαίσθησή μας και να ζητούμε ιατρικό έλεγχο χωρίς καθυστέρηση. Για πολλές γυναίκες κάτω των 40, αυτό μπορεί να είναι το βήμα που τους σώζει τη ζωή.
Πηγή: KReport
