Θυμάμαι, όταν ήμουν έξι χρόνων, στην πρώτη τάξη του δημοτικού, ο διευθυντής του σχολείου είχε τη λαμπρή ιδέα να με σηκώσει μπροστά σ’ ένα πλήθος, που αντίκριζα σχεδόν για πρώτη φορά στη ζωή μου, για να πω την πρωινή προσευχή. Δε θυμάμαι καθαρά τι συνέβη στο ενδιάμεσο, μόνο ότι βρέθηκα πάνω σε μια εξέδρα να κρατάω ένα μικρόφωνο και να λέω το «πάτερ ημών».
Κάπου στη μέση της πρόζας, περίπου στο «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν», αντιλήφθηκα ότι όλο το σχολείο είχε λυθεί στα γέλια. Για μια στιγμή, σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν ένα σημάδι από τον ύψιστο ως τιμωρία για κάποιο σαρδάμ που έκανα, εκφωνώντας την υποδειγματική προσευχή. Σταμάτησα. Κοίταξα αριστερά μου και το μυστήριο λύθηκε. Από την αμηχανία και την ντροπή της έκθεσης, είχα βάλει το χέρι μου ανάμεσα στα κουμπιά του πουκάμισου της δασκάλας, που στεκόταν δίπλα μου. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η κυρία αυτή ήταν η μητέρα μου. Ήταν από τις φορές που ήθελα ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί και να με έβγαζε στην απέναντι μεριά, κάπου κοντά στη Νέα Ζηλανδία.
Από τότε, κουβαλώ μέσα μου αυτό το γνώριμο ρίγος της ντροπής, εκείνο το σφίξιμο που σε κάνει να θέλεις να εξαφανιστείς. Πίστευα πως «υπακούω» σε ρητούς και άρρητους κανόνες, όμως με τα χρόνια, κατάλαβα ότι η ντροπή είναι κάτι πιο σύνθετο: δεν είναι απλώς μια αμηχανία, αλλά μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία, μια φωνή που σου ψιθυρίζει πως «κάτι δεν πάει καλά με εσένα τον ίδιο».
Κάποιες φορές, ένιωθα σαν το ψάρι φούσκα μέσα σε ενυδρείο, που το κοιτούν χιλιάδες μάτια. Στην κυριολεξία, ένιωθα να κοκκινίζω, να ανεβάζω παλμούς και να σκύβω το βλέμμα. Το σώμα φωνάζει αυτό που το μυαλό δεν θέλει να παραδεχτεί. Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, μεγαλώνοντας, αναρωτιόμουν γιατί χρειαζόμαστε τη ντροπή; Μήπως έχει κάποια θετική πλευρά που δεν την αντιλαμβάνομαι; Μήπως δεν είναι μόνο βάρος, αλλά κι ένστικτο προστασίας; Μια εξελικτική δικλίδα που κρατά τις κοινωνίες δεμένες και μας υπενθυμίζει τα όρια του σεβασμού;
Σε μια υγιή ψυχική λειτουργία, η ντροπή λειτουργεί σαν συναγερμός συνείδησης. Σου λέει: «Πρόσεξε, παρεκκλίνεις από κάτι που έχει αξία για σένα ή για τους άλλους». Δεν χρειάζεται νόμος ή τιμωρία, μόνο η ίδια η εσωτερική φωνή. Και για να το πάω κατευθείαν εκεί που θέλω, ρωτάω: πώς θα ήταν ο κόσμος με την απουσία της ντροπής;
Δε χρειάζεται να το φανταστούμε, είναι μέρος της πραγματικότητας πλέον. Είναι μια κυρίαρχη κατάσταση που συμβολίζει την παρακμή σε πολιτικό, πνευματικό, ηθικό και ανθρώπινο επίπεδο. Συμπυκνώνεται στην άναρθρη κραυγή του εθνικού μαλ@κ@, που αμφισβητεί τα κίνητρα ενός γονιού, που έχει πάρει το παιδί του σε σακούλα. Στον κυνισμό ενός ερπετού που αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους σαν μία στατιστική. Στα αιματοβαμμένα χέρια ενός φασίστα που βάζει στο ένα μέρος της ζυγαριάς νεκρά παιδιά και στο άλλο χρυσάφι. Στη φτωχούλα πολιτικό, που χλευάζει ανθρώπους που ρίσκαραν τη ζωή τους για να πάνε γάλα και φάρμακα σε παιδιά που τα είχαν ανάγκη.
Εδώ είναι που η ντροπή γίνεται αναγκαία. Μήπως και μπορέσει να αναγκάσει, έστω και τελευταία στιγμή, ένα γουρούνι με γραβάτα ή ταγέρ, την ώρα που θα σβήσουν τα φώτα, να πάει σε μια γωνιά ολομόναχο και να κλάψει. Όχι ότι θα γίνει καλύτερος ο κόσμος μετά από αυτό, αλλά ίσως για μια στιγμή να νιώσει ότι δεν αξίζει καμία υλική και ψυχολογική ανταμοιβή. Καμία εξουσία για να είσαι στο τέλος της ημέρας ένα σκουπίδι.
