Γεννήθηκε καλοκαίρι, πέθανε καλοκαίρι. Στην καρδιά του καλοκαιριού. Σε έναν ήπιο, αθώο καύσωνα, τριάντα χρόνια πριν.

Θυμάμαι τα πρωτοσέλιδα και τα περιοδικά, όλα σχεδόν τα πρόσωπα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, όλο τον κόσμο. «Έφυγε πρόωρα, αφού πάλεψε γενναία τρεις μήνες». Η κυρίαρχη φράση. «Ήταν νέα, δεν πρόλαβε».

Ήταν νέα η Αλίκη. Έμεινε για πάντα 62 χρόνων, με βρεγμένα μαλλιά και αμήχανο χαμόγελο. Σκηνή, αποχαιρετισμός, θάνατος. Η πιο γρήγορη αυλαία. Το χειροκρότημα ακόμη βούιζε στα αυτιά της. Η τελευταία άνοιξη ήταν ολόκληρη στην ελπίδα. Το καλοκαίρι στάθηκε σκληρό.

Συνέβαινε κάπου. Στον Θεολόγο, στην Αντίπαρο, στην Αίγινα, στην Ίο, στην Κέρκυρα. Στη Στησιχόρου, με τις καμέλιες και τα νυχτολούλουδα.

Θυμάμαι πώς έτρεχε στην Πάρνηθα. Έτσι εξαφανίστηκε η μορφή της. Η καθημερινότητα που περιείχε την υπερβολή και την αγωνία της. Φόρεσε το shift dress της και, με την πιο μπάσα φωνή της, έγινε το κανονικό κορίτσι που κουράστηκε. «Δε γέρασα, αλλά αρρώστησα. Να μ’ αγαπάτε».

Άραγε να έχει φτάσει στη μαρμάρινη ανυπαρξία της ότι τόσα χρόνια μετά εξακολουθεί να εμπλέκεται τόσο φυσικά, τόσο ανέμελα στο παρόν; Βλέπουμε τις ταινίες της, αλλά στην πραγματικότητα βλέπουμε τον βουγιουκλακικό κώδικα με το κοινό. Πάντα περισσεύουν μετάξια και αδυναμίες, τρωτοί και απροστάτευτοι ώμοι.

Είναι ζήτημα φωτός. Δεν μπορεί να ξεχαστεί.

Άνθρωποι, όπως αυτή, έχουν κάνει μια αιώνια συμφωνία. Να πέφτουν πού και πού από τα σύννεφα. Για να μπορούν να υπάρχουν σε ένα καλοκαιράκι στο Ασπρονήσι, σε ένα ηλιοβασίλεμα στη Φθιώτιδα, σε μια στιγμή σκασιαρχείου. Σε ένα τρεχαλητό με μια μπουρού στο χέρι.

Ας κρατήσουμε τις εικόνες. Πάντα σε αυτές επιστρέφουμε. Όπως και να ‘χει.

[mc4wp_form id="278"]