Πριν από περίπου εκατόν εξήντα χρόνια, ένας συμπαθής γενειοφόρος γεράκος είχε πει το εξής: «Το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η εργασία που επιβάλλεται από την ανάγκη». Μια φράση που συμπύκνωνε το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία η εργασία ήταν σχεδόν συνώνυμη με την επιβίωση. Θα περίμενε κανείς ότι, έχοντας διανύσει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, ύστερα από εργατικούς αγώνες, κοινωνικές κατακτήσεις και τεχνολογικές επαναστάσεις, αυτός ο ισχυρισμός θα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Αντί γι’ αυτό, αναβαθμίζεται σε στυλ και χρώμα, ανάλογα με τις τάσεις της εποχής. Η πλειοψηφία των ανθρώπων εξακολουθεί να εργάζεται από ανάγκη. Είναι εκείνη η ομάδα που εξαρτάται από τον μισθό της, όπως είχε διατυπώσει με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια ο γόνος της εγχώριας βασιλικής οικογένειας.
Δεν λέω ότι τα πράγματα είναι ίδια με το 1860, αλίμονο. Αυτό που όμως παραμένει αναλλοίωτο στον πυρήνα του είναι το εξουσιαστικό μοντέλο των εργασιακών σχέσεων: άνθρωποι «ταΐζουν» ανθρώπους. Κι αφού τους «ταΐζουν», θεωρούν ότι έχουν λόγο και στη ζωή τους. Είναι το εργασιακό ισοδύναμο της οικογενειακής φράσης: «Αφού πληρώνω για να σε σπουδάσω, θα κάνεις ό,τι σου λέω εγώ!». Τα μαθήματα υποτέλειας μεγαλώνουν γερά παιδιά.
Και ερχόμαστε στο σήμερα. Οι περισσότεροι άνθρωποι περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας πηγαίνοντας στη δουλειά, δουλεύοντας στη δουλειά και φεύγοντας από τη δουλειά. Μετά από αυτόν τον κύκλο, καταλήγουν στο σπίτι να σκέφτονται τι έγινε στη δουλειά. Σ’ αυτό το πλαίσιο, πουλάνε ένα μέρος του χρόνου τους, της ζωής τους και της γνώσης τους με αντάλλαγμα τα χρήματα, και οι πιο «ρομαντικοί» εισπράττουν μια ηθική ικανοποίηση ότι είναι χρήσιμοι στην παλιοκοινωνία. Μέσα σ’ αυτό το αλισβερίσι «συμφωνούν» σιωπηρά ότι η μόνη «ελευθερία» που κρατούν στα χέρια τους είναι ότι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, μπορούν να μαζέψουν τα πράγματά τους και να φύγουν. Fair enough. Είναι σαν να λέμε ότι ένας άστεγος και ο Έλον Μασκ έχουν την ελευθερία να κοιμηθούν στον δρόμο όποτε θέλουν. Μόνο που ο Έλον Μασκ, μαζί με αυτήν την επιλογή, έχει και άπειρες ακόμα.
Σε μια συνθήκη που ορίζει λίγο πολύ τη ζωή σου, δε δικαιούσαι να πεις και πάρα πολλά. Ο νόμος σε προστατεύει στα χαρτιά, αλλά αυτοί που τον γράφουν και αυτοί που τον ψηφίζουν δεν είναι με το μέρος σου. Στηρίζουν την επιχειρηματικότητα. Υγιή και μη. Ευημερούν οι επιχειρηματίες; (Δεν) ευημερείς κι εσύ! Δένεσαι στο άρμα των στόχων τους και, αν δεν τους πετύχουν, μάντεψε ποιος θα το πληρώσει. Αλήθεια, την πονάς τη δουλειά; Για κάποιο λόγο αποφασίστηκε ότι ο κάτοχος ιδιοκτησίας θα έχει το πάνω χέρι και θα είναι σε θέση να κάνει πάντα το σωστό. Ρισκάρει την περιουσία του. Λίγο είναι; Εσύ τι ρισκάρεις; Την αναλώσιμη ζωή σου; Ένας σαν κι εσένα τη χάνει στη δουλειά κάθε οχτώ μέρες τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Είναι ένας αποδεκτός αριθμός. Τι να κάνουμε;
Μην ανησυχείτε όμως, αδέρφια μου καταναλωτές. Δε γράφω μανιφέστο, ούτε ζω σε μια μαρξιστική φούσκα. Άλλωστε, πρώτα θα τελειώσει ο κόσμος και μετά ο καπιταλισμός. Θέλω όμως, μέχρι τότε, να ξεγελάσω κάπως την οργή μου. Είμαι ένα κομμάτι του συστήματος κι εγώ. Με χρησιμοποιεί εκατό φορές και το χρησιμοποιώ μία. Με αφήνει ακόμα να ονειρεύομαι έναν καλύτερο κόσμο και το αφήνω να πιστεύει ότι θα ζει για πάντα. Νομίζει ότι μπορεί να με κάνει ό,τι θέλει κι εγώ νομίζω ότι μια μέρα θα το πατήσω στον λαιμό.
