Υπάρχουν γυναίκες και άντρες που το δέρμα τους «γεννάει» πανάδες. Ή που «ξαφνικά» βλέπουν δυσχρωμίες και σκούρα σημάδια στο πρόσωπό τους. Τι είναι οι πανάδες και πώς μπορούμε να τις προλάβουμε και να τις αντιμετωπίσουμε;

Σκούρες κηλίδες που επιμένουν, μικρότερες ή μεγαλύτερες, στο πρόσωπο ή στη ράχη των χεριών. Και τι κάνουμε για να τις αποφύγουμε; Ναι μεν το αντηλιακό έχει μπει στην πρωινή μας ρουτίνα, η έκθεση στον ήλιο γίνεται με μεγαλύτερη προσοχή και, παρ’ όλα αυτά, οι πανάδες σκουραίνουν ξανά. Η εικόνα είναι συνηθισμένη, ιδιαίτερα μετά τις πρώτες ημέρες των διακοπών.

Τι συμβαίνει; Δεν λειτουργεί το αντηλιακό μας; Η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Η ανεπαρκής ποσότητα, η παράλειψη της ανανέωσης και η προστασία μόνο από την υπεριώδη ακτινοβολία αφήνουν περιθώριο στις δυσχρωμίες να επανεμφανιστούν.

Χρειάζεται επίσης να θυμόμαστε ότι ο όρος «πανάδες» χρησιμοποιείται γενικά για διαφορετικές μορφές μελάγχρωσης. Το μέλασμα είναι μία από αυτές και έχει σύνθετους μηχανισμούς. Σύμφωνα με επιστημονική ανασκόπηση, στην εμφάνιση του μελάσματος εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, όπως η υπεριώδης ακτινοβολία, το ορατό φως, οι ορμονικές επιδράσεις, η γενετική προδιάθεση και οι μεταβολές στο δερματικό μικροπεριβάλλον. Πρόκειται, επομένως, για μια χρόνια κατάσταση με τάση υποτροπής, η οποία χρειάζεται σταθερή και σωστά σχεδιασμένη φωτοπροστασία.

Γιατί δεν φεύγουν οι πανάδες; Αυτά είναι τα λάθη που μπορεί να κάνουμε

Χρησιμοποιούμε πολύ μικρή ποσότητα αντηλιακού

    Μια λεπτή στρώση αντηλιακού στο πρόσωπο δεν εξασφαλίζει απαραιτήτως τον δείκτη προστασίας που αναγράφεται στη συσκευασία. Στην καθημερινότητα, οι περισσότεροι χρησιμοποιούμε λιγότερο προϊόν από όσο απαιτείται, ιδιαίτερα όταν η σύνθεση είναι παχύρρευστη, αφήνει λευκά ίχνη ή δεν συνδυάζεται εύκολα με το μακιγιάζ.

    Ένας πρακτικός οδηγός που μας δίνουν οι ειδικοί για το πρόσωπο και τον λαιμό είναι η ποσότητα που σχηματίζει δύο γραμμές κατά μήκος του δείκτη και του μέσου δαχτύλου. Η ακριβής ποσότητα εξαρτάται από τη μορφή του προϊόντος και την επιφάνεια που πρέπει να καλυφθεί. Βασικός στόχος παραμένει η δημιουργία μιας ομοιόμορφης στρώσης.

    Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται τα σημεία που συνήθως παραλείπονται, όπως η γραμμή των μαλλιών, οι κρόταφοι, τα αυτιά και ο λαιμός. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ επισημαίνει επίσης ότι πρέπει να χρησιμοποιείται αρκετό προϊόν, ώστε να καλύπτεται ομοιόμορφα όλη η εκτεθειμένη επιφάνεια.

    Θεωρούμε ότι η πρωινή εφαρμογή αρκεί

      Το αντηλιακό που εφαρμόζεται πριν φύγουμε από το σπίτι δεν παραμένει αναλλοίωτο μέχρι το βράδυ. Ο ιδρώτας, το νερό, το σκούπισμα με την πετσέτα και το συνεχές άγγιγμα του προσώπου απομακρύνουν σταδιακά το προϊόν.

      Όταν περνάμε αρκετές ώρες σε εξωτερικό χώρο, χρειάζεται ανανέωση περίπου κάθε δύο ώρες — και νωρίτερα μετά το κολύμπι ή την έντονη εφίδρωση. Αυτή είναι και η οδηγία του FDA, με την επισήμανση ότι κανένα αντηλιακό δεν είναι απολύτως αδιάβροχο.

      Η ανανέωση γίνεται δυσκολότερη όταν υπάρχει μακιγιάζ. Πούδρες, σπρέι και καλλυντικά με SPF μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, αλλά δύσκολα εφαρμόζονται στην ποσότητα που απαιτείται για να αντικαταστήσουν μια κανονική στρώση αντηλιακού. Το foundation με SPF, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό μέτρο προστασίας σε μια ημέρα με πολύωρη έκθεση.

      Κοιτάζουμε μόνο τον δείκτη SPF

        Ο υψηλός δείκτης είναι απαραίτητος, αλλά δεν αρκεί να επιλέγουμε ένα προϊόν αποκλειστικά με βάση τον αριθμό που αναγράφεται στη συσκευασία. Στο μέλασμα χρειάζεται αντηλιακό ευρέος φάσματος, το οποίο να καλύπτει τόσο την UVA όσο και την UVB ακτινοβολία. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το ορατό φως.

        Η επικαιροποιημένη ανασκόπηση του StatPearls αναφέρει ότι το ορατό φως, και ιδιαίτερα το μικρού μήκους κύματος μπλε φως, μπορεί να προκαλέσει έντονη και επίμονη μελάγχρωση, κυρίως στους πιο σκούρους φωτότυπους.

        Σε κλινική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο PubMed, επισημαίνεται ότι η προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία και το ορατό φως ενίσχυσε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας του μελάσματος σε σύγκριση με την προστασία μόνο από την UV ακτινοβολία. Αντίστοιχα, άλλη μελέτη έδειξε ότι συνθέσεις με οξείδια του σιδήρου προστάτευαν καλύτερα από τη μελάγχρωση που προκαλεί το ορατό φως σε σχέση με ένα μη χρωματισμένο αντηλιακό.

        Αυτός είναι και ο λόγος που η Αμερικανική Ακαδημία Δερματολογίας προτείνει για το μέλασμα αντηλιακό με χρώμα, με οξείδια του σιδήρου και δείκτη SPF 30 ή υψηλότερο. Το χρώμα, ωστόσο, πρέπει να συνδυάζεται με προστασία ευρέος φάσματος και δεν υποκαθιστά την κάλυψη από την UVA και την UVB ακτινοβολία.

        Υπερεκτιμούμε την προστασία που προσφέρει η σκιά

          Η ομπρέλα και η σκιά μειώνουν την άμεση έκθεση στον ήλιο, χωρίς όμως να την εξαλείφουν. Ακόμη κι όταν είμαστε κάτω από την ομπρέλα ή πίνουμε καφέ σε ένα σκιασμένο σημείο, η ακτινοβολία μπορεί να φτάσει στο δέρμα έμμεσα, καθώς ανακλάται από την άμμο, το νερό και τις επιφάνειες που βρίσκονται γύρω μας.

          Παράλληλα, αρκετοί άνθρωποι με μέλασμα αναφέρουν επιδείνωση ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες. Τα επιστημονικά δεδομένα για τον ακριβή ρόλο της θερμότητας στο μέλασμα παραμένουν λιγότερο σαφή από εκείνα που αφορούν την υπεριώδη ακτινοβολία και το ορατό φως. Η πολύωρη παραμονή σε συνθήκες καύσωνα, πάντως, καλό είναι να αποφεύγεται όταν έχει παρατηρηθεί ότι επιβαρύνει τις δυσχρωμίες.

          Η προστασία χρειάζεται να συνδυάζει αντηλιακό, καπέλο με φαρδύ γείσο, γυαλιά ηλίου, σκιά και περιορισμό της πολύωρης έκθεσης κατά τις ώρες υψηλής ακτινοβολίας.

          Αντιμετωπίζουμε τις πανάδες με επιθετική απολέπιση

            Όταν μια δυσχρωμία γίνεται πιο έντονη, η πρώτη αντίδρασή μας είναι συχνά η αύξηση των οξέων, των λευκαντικών προϊόντων ή της απολέπισης. Η υπερβολή, όμως, μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό και να οδηγήσει σε μεταφλεγμονώδη υπερμελάγχρωση, κυρίως στους πιο σκούρους φωτότυπους.

            Η Αμερικανική Ακαδημία Δερματολογίας προειδοποιεί ότι ένα προϊόν που προκαλεί κάψιμο ή τσούξιμο μπορεί να ερεθίσει το δέρμα και να κάνει τις σκούρες κηλίδες εντονότερες. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η ανασκόπηση μελέτης στο PubMed, η οποία επισημαίνει ότι η ερεθιστική δερματίτιδα και η υποκλινική φλεγμονή μπορούν να συντηρήσουν την υπερμελάγχρωση και να δυσκολέψουν τη θεραπεία.

            Πώς αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τις πανάδες και το μέλασμα

            Η αντιμετώπιση του μελάσματος απαιτεί χρόνο, συνέπεια και εξατομικευμένο πλάνο. Ορισμένα δραστικά συστατικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και κατά τους θερινούς μήνες, αλλά η επιλογή και η συχνότητα εφαρμογής τους πρέπει να προσαρμόζονται στον φωτότυπο, στην κατάσταση του δέρματος και στον βαθμό έκθεσης στον ήλιο.

            Όταν μια καφέ κηλίδα αλλάζει μορφή, επεκτείνεται ή δεν ανταποκρίνεται στη φροντίδα, χρειάζεται εξέταση από δερματολόγο, καθώς πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε θεραπεία πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται πράγματι για μέλασμα ή άλλη καλοήθη δυσχρωμία.

            Αναφορικά με τον ήλιο, θυμόμαστε ότι η αποτελεσματική προστασία δεν εξαρτάται μόνο από τον δείκτη SPF. Βασίζεται στην επαρκή ποσότητα, στη συστηματική ανανέωση, στην κάλυψη από την υπεριώδη ακτινοβολία και το ορατό φως, αλλά και στην αποφυγή πρακτικών που ερεθίζουν το δέρμα.

            [mc4wp_form id="278"]