Η Ύδρα μου αρέσει από την πρώτη ματιά. Και έχω αποφασίσει ότι μου αρέσει πάντα. Και την άνοιξη, με τα παγωμένα πρωινά και στην ντάλα του καλοκαιριού, χωρίς ελπιδοφόρα σκιά, αλλά με την πιο επιθετική ομορφιά να ξεχύνεται με ορμή και στο πιο αθέατο σημείο του νησιού.
Από τη στιγμή που χρειάστηκαν πέντε λεπτά για να πλησιάσουμε στο λιμάνι –ερχόμενοι από το Μετόχι και ζαλισμένοι από την ανάκατη θάλασσα- όλα έγιναν αλλιώς. Ο χρόνος, ο αέρας, η παρατήρηση, ο τεντωμένος ουρανός, το άσπρο φως. Σαν να σε ξεπλένει ένα αλάτι διαρκώς. Σαν να σε εντάσσει στην ιστορία ένας ρομαντισμός που δεν εκπίπτει. Οι δρόμοι έχουν χνάρια, η απαλοσύνη των ασπρόμαυρων φιλμ είναι στην ατμόσφαιρα, ένα κορίτσι φοράει μαύρα ή μπορεί και όχι –πάντως ανεβαίνει τα σκαλιά αργά, κρατώντας ένα καλάθι-, κάτω από την Υδρονέτα, η θάλασσα γίνεται κίτρινη, γκρι και λευκή, όπως στις φωτογραφίες. Είμαστε μέρος του σκηνικού. Η βάρκα που λέγεται Σοφία, ένας βράχος που αιωρείται στο Μυρτώο πέλαγος.
Ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας συνήθιζε να λέει ότι: «Η Ύδρα έχει τη θαυματουργή δύναμη να δέχεται όλες τις δημιουργικές ιδέες, τα υλικά, τους ανθρώπους και να τα υποτάσσει λειτουργικά στον χώρο και στον χρόνο, δένοντάς τα αρμονικά με τα χρώματα, το φως και το πνεύμα της άγιας ελληνικότητας. Γεωμετρικά σχήματα πνιγμένα στην πέτρα, στη θάλασσα και στον ουρανό. Το απομεσήμερο η Ύδρα, πηγμένη στη ζέστη, το άσπρο εκτυφλωτικό των σπιτιών της, τυλιγμένη στην αχλή, ακτινοβολεί. Η Ύδρα έχει μια ατμόσφαιρα τελείως δική της. Οι άνθρωποι δεν υπάρχουν. Σε συναντάνε και δεν σε κοιτάνε. Έχουν τα χέρια πίσω και το κεφάλι τους ψηλά. Γι’ αυτό και οι πίνακες της Ύδρας στα έργα μου δεν έχουν ανθρώπους. Ο αισθησιασμός της Ύδρας σε κυριεύει όσο τίποτ’ άλλο».
Ή ο Μίλτος Σαχτούρης: «Η Ύδρα είναι μια φραγκοσυκιά γεμάτη πυρετό όνειρα κι αγκάθια».

Πες μου για σένα, μου είπε ο Χ.
Εγώ, αγαπημένε μου, λέω ότι η Ύδρα είναι ένα παράλληλο σύμπαν δίπλα στην έννοια της ευγνωμοσύνης. Εδώ θέλω να φοράω μόνο φορέματα και να πίνουμε από εκείνο το κρασί, που δε μάθαμε την προέλευσή του. Χρώματος χρυσαφί.
Είναι όλα πανάκριβα. Όλα όμως. Ακόμη και το παγωτό ξυλάκι. Αλλά εμείς.
Ο Χ. συμφώνησε και κοίταξε πέρα μακριά.
