Τα τελευταία χρόνια μένω σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Η βεράντα μου βλέπει σ’ ένα ήσυχο, στενό και ανηφορικό δρομάκι, το οποίο καταλήγει σ’ ένα πελώριο σχολικό συγκρότημα. Κάθε πρωί, μόλις ξυπνήσω, ανοίγω το παράθυρο και τα βλέπω όλα στη θέση τους. Τα αυτοκίνητα, τα σπίτια, τα φορτωμένα παιδιά. Είναι όλα εκεί. Το κυπαρίσσι στο απέναντι σπίτι, εγώ, ο ήχος ενός ηλεκτρικού εργαλείου και το ασανσέρ που με κατεβάζει στο ισόγειο. Όλα αληθινά.

Κατεβαίνω και ανεβαίνω το στενό του σπιτιού μου. Μου αρκεί να βλέπω τη θάλασσα από το ψηλότερο σημείου του δρόμου αυτή την απερίγραπτη ώρα του πρωινού. Δε θέλω να πάω πουθενά. Αυτή η πόλη με στραγγίζει με το συμβιβασμό και τη μιζέρια της. Τα αιώνια θέματα της φυγής μου διαλύονται από τα ευφάνταστα σκίτσα των πιτσιρικιών στο λασπωμένο καπό του αυτοκινήτου μου. Πέη με ρόδες Λούνα Παρκ. Πάρτε στα χέρια σας την κατάσταση, παιδιά μου. Τα πάντα μπορούν να γίνουν υψηλή τέχνη.

Ο ανώνυμος ήρωας ενός βιβλίου του Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς* παίρνει το τρένο αφήνοντας οριστικά πίσω τη ζωή του στην πόλη, σε μια πορεία απαλλαγής από τον εαυτό του και τους δισταγμούς του. Εμείς εδώ, οι επώνυμοι, όταν θέλουμε να κάνουμε το ίδιο παίρνουμε τα αυτοκίνητά μας. Τα οδηγούμε στη Δροσοπούλου και τη λεωφόρο Ηρακλείου και, αν τα αφήσουμε μόνα τους, ξέρουν το δρόμο για να γυρίσουν σπίτι. Όλες οι διαδρομές μας στην πόλη αποκτούν νόημα και υποβοηθούνται από ένα ανελέητο κυνηγητό. Τρέχουμε ο ένας πίσω από τον άλλον από περιέργεια ή από ανάγκη να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα μας. Από ένα σημείο και μετά η περιέργεια μετατρέπεται σε οργισμένη και παράλογη καταδίωξη. Εδώ είμαστε τώρα.

Όλος αυτός ο παραλογισμός, πριν με καταπιεί, με βοηθάει να καταλάβω τι αξίζει και τι όχι. Νιώθω σαν ένας ανώνυμος ήρωας βιβλίου κι εγώ. Ο συγγραφέας με βάζει να νοσταλγώ τα μοναχικά βουνά των παιδικών μου χρόνων. Την καλοκαιρινή φύση με τις μυρωδιές των βοτάνων και τους κελαηδισμούς των πουλιών. Την αύρα των προγόνων μου. Μου καθρεφτίζει το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης που βρίσκεται στην αγάπη και την ομορφιά, αλλά με δείχνει συνεχώς αφηρημένο να το χάνω. Ελπίζω να κρατάει για το τέλος μια ανατροπή και στο επίμετρο να γράφει ένα απόσπασμα από το ποίημα «Ελεγείο όχι θλιμμένο» του Washington Delgado.

Δεν ξέρω τι άλλο να σου γράψω πέρα από κάτι τέτοιο αταξινόμητο. Τα αντικείμενα για τα οποία σου έχω μιλήσει υπάρχουν δίπλα σ’ αυτά που δεν υπάρχουν και για τα οποία δεν έχει ακουστεί ούτε λέξη. Τα βιβλία αλλάζουν θέση κατά προτεραιότητα. Βιβλιοθήκη, τραπεζάκι, κομοδίνο και αντίστροφα. Είναι τόσα πολλά για μια τόσο μικρή ζωή. Ο φωτισμός εξακολουθεί να μην έρχεται σε ισορροπία. Ή θα είναι έντονος ή θα είναι χαμηλός. Όταν θα φύγω, θα τα αφήσω όλα όπως τα είδες την τελευταία φορά. Οι μαγνήτες διάσημων προσωπικοτήτων στο ψυγείο, η fleece πεταμένη στον καναπέ και οι σκληροί μου δίσκοι κλειδωμένοι στο ντουλάπι. Θα πάρω μόνο ό,τι μας κάνει ξεχωριστούς και θα το φέρω σε μια μεγάλη υπερσύγχρονη πόλη. Εκεί θα μπορώ να ζήσω μέχρι την άλλη μου ζωή χωρίς να γίνω άλλη μια αλληγορία που θα διαβάσεις. Εκεί κάθε πρωί που θα ανοίγω το παράθυρο, το τοπίο θα αλλάζει.

*Το βιβλίο έχει τίτλο «Στόμα γεμάτο χώμα»

[mc4wp_form id="278"]