Η Υεμένη δεν ανακάλυψε τον καφέ τυχαία. Τον καλλιέργησε, τον διακίνησε, τον προστάτεψε και τον εμπορεύτηκε με τον υπόλοιπο κόσμο για αιώνες, προτού οποιαδήποτε άλλη χώρα δημιουργήσει έστω ένα εμπορικό φυτό. Η κατανόηση της ιστορίας του υεμενίτικου καφέ σημαίνει να κατανοούμε πώς ο καφές έγινε παγκόσμιο ρόφημα — γιατί χωρίς την Υεμένη, σχεδόν σίγουρα δεν θα υπήρχε.
Το άρθρο αυτό ακολουθεί αυτή τη διαδρομή από την αρχή έως σήμερα: από τα δάση της Αιθιοπίας όπου γεννήθηκε το φυτό του καφέ, στα μοναστήρια των Σούφι που το μετέτρεψαν σε ρόφημα, μέσα από τρεις αιώνες μονοπωλίου στο παγκόσμιο εμπόριο, μέχρι τις οικογένειες που συνεχίζουν να το καλλιεργούν στις ορεινές πεζούλες.
Πριν φτάσει ο καφές στην Υεμένη, η Coffea arabica ευδοκιμούσε στα ορεινά δάση της νοτιοδυτικής Αιθιοπίας, ειδικά στην περιοχή Kaffa. Εκεί οι άγριοι θάμνοι υπήρχαν επί αιώνες, σχεδόν απαρατήρητοι από τον υπόλοιπο κόσμο, ως μέρος του φυσικού τοπίου και όχι ως καλλιέργεια.
Η ιστορία άλλαξε όταν Υεμενίτες έμποροι και μοναχοί των Σούφι συνάντησαν το φυτό, ξεκίνησαν να το καλλιεργούν συστηματικά, να το επεξεργάζονται και να παρασκευάζουν ρόφημα. Τα δάση της Αιθιοπίας έδωσαν στον κόσμο το φυτό — η Υεμένη δημιούργησε την κουλτούρα του καφέ. Αυτές οι δύο ξεχωριστές συνεισφορές είναι κεντρικές στην ιστορία του καφέ.
Η πρώτη μεταφορά του φυτού μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, κάπου τον 15ο αιώνα, άλλαξε τα πάντα.
Οι πρώτοι πότες και τα μοναστήρια των Σούφι
Οι πρώτοι καταγεγραμμένοι πότες καφέ ήταν οι μοναχοί των Σούφι που ζούσαν σε ορεινά μοναστήρια της Υεμένης τον 15ο αιώνα. Έβραζαν αποξηραμένους καρπούς και σπόρους για να φτιάξουν ένα ρόφημα που βοηθούσε στη διαύγεια και την εγρήγορση κατά τις νυχτερινές προσευχές και διαλογισμό.
Για αυτούς τους πρώτους χρήστες, ο καφές δεν ήταν απόλαυση αλλά εργαλείο πνευματικής πειθαρχίας. Οι Σούφι διέδωσαν τη συνήθεια στις κοινότητές τους και σύντομα στη γενικότερη κοινωνία της Υεμένης. Μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα, εμφανίζονται οι πρώτες καφετέριες (qahveh khaneh) στον κόσμο, σε υεμενίτικες πόλεις.
Αυτοί οι χώροι δεν ήταν απλώς για κατανάλωση. Έγιναν κέντρα συζήτησης, ανταλλαγής ιδεών και εμπορίου — πρότυπα για αντίστοιχους θεσμούς στον ισλαμικό κόσμο και αργότερα στην Ευρώπη. Το σύγχρονο καφενείο σε Λονδίνο, Βιέννη ή αλλού έχει τις ρίζες του στην Υεμένη.
Η εξάπλωση του καφέ μέσω εμπορίου και προσκυνήματος
Από την Υεμένη, ο καφές διαδόθηκε κυρίως μέσω δύο δρόμων: του εμπορίου και των προσκυνητών.
Μουσουλμάνοι προσκυνητές που ταξίδευαν προς τη Μέκκα γνώριζαν τον καφέ στην Υεμένη και μετέφεραν τη συνήθεια στις πατρίδες τους. Έμποροι που περνούσαν από τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας μετέφεραν τους κόκκους στην Περσία, την Αίγυπτο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήδη στις αρχές του 16ου αιώνα υπήρχαν καφετέριες σε Κάιρο, Μέκκα και Κωνσταντινούπολη.
Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο καφές είχε φτάσει στη Βενετία, το Λονδίνο και το Άμστερνταμ. Όλος ο ευρωπαϊκός καφές εκείνης της εποχής προερχόταν αποκλειστικά από την Υεμένη μέσω ενός λιμανιού.
«Η Υεμένη έχει μια πολύ πλούσια ιστορία στον καφέ: πρώτοι παραγωγοί, πρώτοι πότες, πρώτο εμπόριο και πρώτη συστηματική καλλιέργεια. Για σχεδόν τρεις αιώνες η αγορά ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσω του λιμανιού αλ-Μάκα — γνωστό διεθνώς ως Mocha», εξηγεί ο Ameen, ιδρυτής της Hamdan Coffee.
Το λιμάνι Μόκα – Η γέννηση ενός ονόματος-σύμβολο
Το λιμάνι αλ-Μάκα (Mocha), στη δυτική ακτή της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, αποτέλεσε από τον 15ο έως τα τέλη του 17ου αιώνα το μοναδικό σημείο εξαγωγής υεμενίτικου καφέ προς όλο τον κόσμο.
Καράβια από Ινδία, Περσία, Τουρκία αλλά και Ευρώπη έφταναν στο Mocha για να φορτώσουν κόκκους. Ο όρος “Mocha coffee” επικράτησε διεθνώς πολύ μετά το τέλος του μονοπωλίου της Υεμένης.
Σήμερα η λέξη mocha, παρότι χρησιμοποιείται συνήθως για μίγματα εσπρέσο με σοκολάτα, ανήκει ουσιαστικά στο ιστορικό λιμάνι αλ-Μάκα. Η σύνδεση με τη σοκολάτα δεν είναι τυχαία: οι υεμενίτικοι κόκκοι παρουσιάζουν φυσικά πλούσιο γευστικό χαρακτήρα που θυμίζει σοκολάτα ή κακάο λόγω ποικιλίας, υψόμετρου και παραδοσιακής επεξεργασίας.
Πώς η Υεμένη προστάτεψε το μονοπώλιο στον καφέ;
Το μονοπώλιο της Υεμένης στον παγκόσμιο καφέ κράτησε σχεδόν τρεις αιώνες.
Οι Ιμάμηδες της Υεμένης, γνωρίζοντας την αξία αυτού του “κρυμμένου θησαυρού”, έβραζαν ή έψηναν τους πράσινους κόκκους πριν την εξαγωγή ώστε να μην μπορούν να φυτευτούν αλλού. Οι τιμωρίες για λαθρεμπόριο ζωντανών φυτών ήταν εξαιρετικά αυστηρές — ακόμα και θανάσιμες.
Ameen: «Ο Ιμάμης τιμωρούσε βαριά όποιον προσπαθούσε να βγάλει φυτά εκτός χώρας — ήταν η βασική πηγή πλούτου και κύρους για την Υεμένη».
Αυτό ίσχυσε μέχρι που Ολλανδοί έμποροι απέκτησαν φυτά το 1616, μεταφέροντάς τα πρώτα στους βοτανικούς κήπους του Άμστερνταμ, μετά στη Κευλάνη (1650) κι αργότερα στην Ιάβα. Μέχρι τον 18ο αιώνα ο καφές εξαπλώθηκε σε όλη την Αμερική — το μονοπώλιο έσπασε αλλά η κληρονομιά του Mocha διατηρήθηκε παγκοσμίως.
Η ζωντανή παράδοση του υεμενίτικου καφέ σήμερα
Παρά τις αλλαγές και τις συγκρούσεις των τελευταίων ετών, η παραδοσιακή κουλτούρα του υεμενίτικου καφέ παραμένει ζωντανή.
Το qishr, ένα αρωματικό ρόφημα από αποξηραμένες φλούδες κόκκου με τζίντζερ και κάρδαμο — ένα από τα αρχαιότερα είδη χρήσης — καταναλώνεται ευρέως στη χώρα εδώ και αιώνες. Οι φλούδες αυτές (cáscara) αποτελούν υποπροϊόν που οι περισσότεροι σύγχρονοι παραγωγοί πετούν, αλλά στην Υεμένη γίνονται ένα ζωντανό κομμάτι παράδοσης. Η Hamdan Coffee προσφέρει τη δική της εκδοχή cáscara, χαμηλή σε καφεΐνη αλλά γεμάτη γεύση.
Η μέθοδος “ibrik”, δηλαδή αργό βράσιμο ψιλόκοκκου καφέ σε χαμηλή φωτιά (παρόμοιο με τον ελληνικό ή τούρκικο), παραμένει καθημερινή πρακτική στα υεμενίτικα σπίτια. Ο καφές είναι άρρηκτα δεμένος με τη φιλοξενία: το κέρασμα έχει κοινωνικό συμβολισμό που παραμένει αναλλοίωτος στο πέρασμα των αιώνων.
Η επιβίωση της παράδοσης χάρη στους ανθρώπους της γης
Ο λόγος που επιβιώνει η παράδοση είναι οι οικογένειες παραγωγών.
Pεριφέρειες όπως Haraaz, Bani Matar και Sanani, συνεχίζουν να δουλεύουν τις ίδιες πεζούλες εδώ κι έναν αιώνα — μέσα σε δύσβατες περιοχές κι εν μέσω πολέμων ή οικονομικής απομόνωσης. Δεν πρόκειται για μεγάλες επιχειρήσεις αλλά για μικρές οικογενειακές φάρμες όπου η γνώση περνάει από γενιά σε γενιά στα πιο απαιτητικά εδάφη παραγωγής παγκοσμίως.
Ameen: «Εστιάζουμε όχι μόνο στις διαφορετικές περιοχές αλλά βλέπουμε παραδοσιακά κι ιστορικά την προέλευση και τον τρόπο παραγωγής. Θέλουμε ο αυθεντικός υεμενίτικος καφές να παραμένει απλός – χωρίς περιττά σιρόπια ή πρόσθετα».
Eισαγωγείς δεσμευμένοι στη διαφάνεια, που πληρώνουν δίκαιες τιμές και αφηγούνται όλη την ιστορία κάθε περιοχής ή φάρμας συμβάλλουν ουσιαστικά ώστε να έχει νόημα οικονομικά η συνέχιση αυτής της παράδοσης για τους παραγωγούς.
Kαμία γενιά δεν εγκατέλειψε ποτέ αυτή την κουλτούρα. Η ζωή της επιβιώνει επειδή πάντα βρίσκονται άνθρωποι αποφασισμένοι να τη συνεχίζουν.
