Όταν ο Γκάμπορ Ματέ έφτασε κάποτε στο αεροδρόμιο του Βανκούβερ, έλαβε μήνυμα από τη σύζυγό του, Ρέι, που τον ρωτούσε αν ήθελε ακόμη να τον παραλάβει, διευκρινίζοντας πως δεν είχε φύγει ακόμα από το σπίτι. Ο διάσημος γιατρός, ειδικός στην ψυχική υγεία και συγγραφέας μπεστ σέλερ, τότε 71 ετών, απάντησε κοφτά: «Άστο». Όπως περιγράφει στο νέο του βιβλίο «The Myth of Normal: Trauma, Illness & Healing in a Toxic Culture», όταν επέστρεψε σπίτι ήταν τόσο εκνευρισμένος που χαιρέτησε μουγκρίζοντας και απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια για μία ολόκληρη μέρα. «Είναι αυτή η συμπεριφορά ώριμου ενήλικα στην όγδοη δεκαετία της ζωής του;» αναρωτιέται.
Αυτή η ειλικρίνεια ως προς τις δικές του αδυναμίες έχει κερδίσει πολλούς θαυμαστές για το έργο του πάνω στο τραύμα, τις εξαρτήσεις, τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής (ADD), το στρες και την παιδική ανάπτυξη. Όμως είναι η σοφία που αποκομίζει από αυτά τα βιώματα που τον έχει αναδείξει σε γκουρού αυτοβοήθειας για αρκετούς. Με περισσότερους από 1,4 εκατομμύρια ακολούθους στο Instagram, η επιρροή του θυμίζει αυτή ενός ροκ σταρ – αλλά περισσότερο διανοούμενου τύπου.
Επιστρέφοντας στο περιστατικό του αεροδρομίου, γράφει: «Σε τέτοιες στιγμές, λίγος ενήλικος Γκάμπορ υπάρχει μέσα μου. Το μεγαλύτερο μέρος μου βρίσκεται στα δεσμά του μακρινού παρελθόντος». Αυτή η «σωματο-συναισθηματική χρονοπαγίδα», όπως τη χαρακτηρίζει, είναι ένα από τα αποτυπώματα του τραύματος – ένα βασικό θέμα στη σύγχρονη κοινωνία.
Προσωπικό τραύμα και συλλογική μνήμη
Το πρότυπο της εχθρότητάς του εντοπίζεται στα μηνύματα που έλαβε ως Εβραίος στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ουγγαρία. Ο Ματέ γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1944. Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς ξεκίνησαν οι μαζικές απελάσεις των Εβραίων της Ουγγαρίας στο Άουσβιτς. Μέχρι το τέλος του Ολοκαυτώματος είχαν δολοφονηθεί 565.000 Ούγγροι Εβραίοι, ανάμεσά τους οι παππούδες του από τη μητέρα του.
Όταν ήταν 11 μηνών, η μητέρα του τον έστειλε με έναν άγνωστο να μεγαλώσει κοντά στη θεία του. Στο βιβλίο, παραθέτει το ημερολόγιό της: «Αγαπημένο μου αγοράκι», γράφει, εξηγώντας ότι αναγκάστηκε να αποχωριστεί το παιδί γιατί «ο μικρός σου οργανισμός δεν θα άντεχε τις συνθήκες διαβίωσης στο περιφραγμένο γκέτο της Βουδαπέστης».
Ο Ματέ εξηγεί πως το τραύμα, από την ελληνική λέξη «τραύμα», «δεν είναι αυτό που σου συμβαίνει, αλλά αυτό που συμβαίνει μέσα σου εξαιτίας όσων σου συνέβησαν… Δεν είναι το χτύπημα στο κεφάλι αλλά η διάσειση που παθαίνω». Αυτό, λέει, είναι το καλό νέο: «Αν το τραύμα μου ήταν ότι η μητέρα μου με έδωσε σε έναν ξένο… αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Αν όμως η πληγή ήταν ότι αποφάσισα πως δεν αξίζω ως άνθρωπος ή ότι δεν είμαι άξιος αγάπης, αυτή η πληγή μπορεί να επουλωθεί οποιαδήποτε στιγμή.»
Διακρίνει δύο είδη πληγής: τις μεγάλες τραυματικές εμπειρίες («με κεφαλαίο Τ»), όπως κακοποίηση ή απώλεια γονέα, και τις μικρές («με μικρό Τ»), που μπορεί να προκύψουν ακόμη κι όταν οι ανάγκες ενός παιδιού δεν καλύπτονται επαρκώς. Ακόμη και οι πιο τρυφεροί γονείς μπορούν άθελά τους να προκαλέσουν τέτοια μικρά τραύματα – κάτι που ο ίδιος αναγνωρίζει πως έκανε στα δικά του παιδιά.
Όλα τα τραύματα χρειάζονται κατανόηση και συμπόνια. Παρόλα αυτά, επιμένει ότι δεν αποτελούν δικαιολογία για την αποφυγή προσωπικής ευθύνης. Όπως γράφει σχετικά με το περιστατικό στο αεροδρόμιο, κάποια στιγμή «το ‘ο Χίτλερ με έκανε να το κάνω’ δεν περνάει».
Το τραύμα ως κοινωνικό φαινόμενο
Το τραύμα υπάρχει τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο – ο Ματέ αναφέρει τους διωγμούς των ιθαγενών στον Καναδά και τις συνέπειες όπως εξάρτηση, ασθένεια και αυτοκτονίες, αλλά και την κληρονομιά του ρατσισμού και της δουλείας στις ΗΠΑ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το τραύμα μεταδίδεται διαγενεακά: «Μεταφέρουμε στα παιδιά μας όσα δεν έχουμε επιλύσει μέσα μας.» Αν μείνει αθεράπευτο, επηρεάζει βαθιά τη ζωή μας – πώς νιώθουμε για τον εαυτό μας, πώς βλέπουμε τον κόσμο, πώς αντιδρούμε σε ερεθίσματα, τι πιστεύουμε για εμάς τους ίδιους και τις σχέσεις που δημιουργούμε. Εμφανίζεται συχνά ως χρόνιο νόσημα.
Ακόμη και σήμερα στα 82 χρόνια του, ο Ματέ ανακαλύπτει νέους τρόπους με τους οποίους τα αποτυπώματα του τραύματος αναδύονται στην καθημερινότητά του. Πριν καιρό, είχε μια διαδικτυακή συζήτηση με τον Πρίγκιπα Χάρι για την απώλεια και τη θεραπεία. Τα μέσα ενημέρωσης αντέδρασαν έντονα: τον αποκάλεσαν ειρωνικά «δήθεν ειδικό στο τραύμα», ενώ κάποιοι τίτλοι τον χαρακτήρισαν ως «επιζώντα του Ολοκαυτώματος που αποθεώνει τη Χαμάς». Κριτική δέχθηκε επίσης για τη διάγνωσή του στον Χάρι περί ADD – ακόμη και για το κομψό πουκάμισό του χωρίς γιακά.
Η αντίδρασή του τον εξέπληξε: «Νόμιζα πως σε αυτή την ηλικία είχα ξεπεράσει τέτοιες καταστάσεις.» Ωστόσο τα σχόλια των ΜΜΕ και των κοινωνικών δικτύων τον τάραξαν βαθιά. Απευθύνθηκε σε φίλο ψυχίατρο που τον ρώτησε τι πραγματικά τον πείραξε τόσο πολύ. Για τον Ματέ ήταν η αίσθηση ότι δεν τον βλέπουν πραγματικά: «Αν κάποιος διαφωνεί μαζί μου δεν με νοιάζει – αρκεί να βλέπει ποιος είμαι πραγματικά κι όχι μια παραμορφωμένη εικόνα.» Ο φίλος συνέδεσε αυτό το συναίσθημα με την παιδική εμπειρία αποχωρισμού από τη μητέρα του – κάτι που ο ίδιος συνειδητοποίησε έντονα εκείνη τη στιγμή.
Addiction και πολιτισμική κρίση
Σχετικά με τη διάγνωση ADD στον Χάρι – κάτι που ο ίδιος ο Ματέ έλαβε στα μέσα της δεκαετίας των 50 – διευκρινίζει πως δεν πρόκειται για νόσο αλλά για μια φυσιολογική αντίδραση σε αφύσικες συνθήκες. Όταν ένα παιδί βιώνει έντονο στρες και δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό, ο εγκέφαλος απλώς… αποσυντονίζεται κατά την ανάπτυξή του – γεγονός που επηρεάζει τα νευρωνικά κυκλώματα. Παρά τις αντιρρήσεις πολλών επιστημόνων, ο Ματέ θεωρεί ότι αυτή η αντίδραση είναι αντιστρέψιμη.
Η στάση των ΜΜΕ απέναντι στις θέσεις του για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, αν και έχει κοστίσει προσωπικά στον ίδιο (ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών επειδή εξέφρασε κριτική προς το Ισραήλ), βασίζεται στη βαθύτερη ανάγκη να βλέπει κανείς την πραγματικότητα πέρα από εθνικούς μύθους. Για τους γονείς του – θύματα διώξεων λόγω της εβραϊκής τους ταυτότητας – η κριτική προς το Ισραήλ ήταν ιδιαίτερα επώδυνη. Τελικά ο πατέρας συμφώνησε μαζί του αλλά η μητέρα ποτέ δεν μπόρεσε να συζητήσει αυτό το θέμα μαζί του.
Ο Ματέ δείχνει αξιοθαύμαστη συμπόνια – ίσως επειδή θεωρεί ως πραγματικό εχθρό μας την ίδια μας την κουλτούρα. Στο βιβλίο παρομοιάζει μια τοξική κοινωνία με εργαστήριο όπου οι συνθήκες είναι επικίνδυνες για τα όντα που υποτίθεται ότι προστατεύουν. Καταγράφει μορφές τοξικότητας όπως ασθένεια λόγω στρες, άγνοια, ανισότητα, περιβαλλοντική καταστροφή, φτώχεια κι απομόνωση.
Έχουμε προσαρμοστεί τόσο πολύ στην ανθυγιεινή αυτή κανονικότητα ώστε δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τι είναι υγιές. Το κεντρικό επιχείρημα είναι πως όσα θεωρούμε σήμερα φυσιολογικά στην καθημερινότητα είναι αυτά που αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή – όπως ο αστακός στο νερό που σιγά σιγά βράζει χωρίς να καταλάβει την αύξηση της θερμοκρασίας.
Η εξάρτηση ως φυσιολογική αντίδραση στον πόνο
Πολλά σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα αποτελούν φυσιολογικές αντιδράσεις σε μια ανθυγιεινή κουλτούρα. Η εξάρτηση δεν αφορά μόνο ουσίες αλλά επίσης «σεξ, τζόγο, πορνογραφία, ακραία σπορ ή κινητά». Για τον Ματέ δεν υπάρχει «εξαρτημένη προσωπικότητα» ούτε πρόκειται για ασθένεια: «Μην ρωτάτε γιατί υπάρχει εξάρτηση· ρωτήστε γιατί υπάρχει πόνος». Για να καταλάβεις τον πόνο κάποιου πρέπει να γνωρίσεις τη ζωή του· δηλαδή η εξάρτηση είναι φυσιολογική αντίδραση στο τραύμα.
Δώδεκα χρόνια εργάστηκε στη συνοικία Downtown Eastside στο Βανκούβερ, περιοχή με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση χρηστών ναρκωτικών στη Βόρεια Αμερική. Όλες σχεδόν οι γυναίκες ασθενείς του – πολλές εκ των οποίων ιθαγενείς ή θύματα εμπορίας ανθρώπων – είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ή εφηβική ηλικία· χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυγενεακής κληρονομιάς από την αποικιοκρατία στον Καναδά.
Στην ερώτηση γιατί υπάρχει τόσο μεγάλο έλλειμμα ενσυναίσθησης προς όσους έχουν εξαρτήσεις απαντά πως κι ο ίδιος είχε σοβαρά εξαρτητικά μοτίβα (εργασία και αγορές). Έφτασε μάλιστα στο σημείο να αφήσει γυναίκα έτοιμη να γεννήσει στο νοσοκομείο για να αγοράσει έναν δίσκο CD! Όταν μοιράστηκε αυτά τα βιώματα με τους ασθενείς του εκείνοι απάντησαν: «Γιατρέ μου, είστε σαν κι εμάς». Το συμπέρασμα; Όλοι είμαστε ίδιοι κατά βάθος.
Όταν πρόκειται για εξάρτηση οι άνθρωποι προτιμούν να προβάλλουν πάνω στους άλλους εκείνα τα κομμάτια τους που οι ίδιοι αποφεύγουν να κοιτάξουν κατάματα – στην πραγματικότητα περιφρονούν ένα τμήμα της δικής τους ύπαρξης.
Η σύνδεση σώματος-νου και ο σκοπός της ζωής
Πώς όμως ο Ματέ κατάφερε να διακρίνει τόσο καθαρά την πολιτισμική τοξικότητα; Ένας λόγος είναι ότι ως οικογενειακός γιατρός γνώριζε ανθρώπους πριν αρρωστήσουν κι έτσι μπορούσε να εντοπίσει τις αιτίες των ασθενειών μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας και της κοινότητας.
Eκφράζει δυσαρέσκεια για τον τρόπο εκπαίδευσης των γιατρών: «Οι ιατροί εκπαιδεύονται αποκλειστικά βιολογικά αλλά αν έχεις ανοιχτά μάτια αντιλαμβάνεσαι πολλά περισσότερα». Άρχισε λοιπόν να μελετά εκτενώς τη βιβλιογραφία σχετικά με τη σύνδεση συναισθημάτων και σωματικής υγείας.
Το στρες αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: Στο βιβλίο «When the Body Says No» (2003) γράφει πως προκαλεί φλεγμονές, αλλοιώνει τη λειτουργία των χρωμοσωμάτων κι ενεργοποιεί γονίδια σχετιζόμενα με καρκίνο. Αναφέρει μάλιστα έρευνα σύμφωνα με την οποία γυναίκες με σοβαρή μετατραυματική διαταραχή είχαν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών – εύρημα αγνοημένο ακόμη κι από κορυφαίους ογκολόγους.
Ο Ματέ πιστεύει βαθιά στη σύνδεση νου-σώματος: «Δεν είναι σωστό να λέμε ότι ο νους ‘συνδέεται’ με το σώμα· στην πραγματικότητα αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα» λέει χαρακτηριστικά.
Kλείνοντας τη συζήτηση περί στόχων ζωής θυμάται ένα εργαστήριο όπου κλήθηκε να προσδιορίσει το κάλεσμά του: Να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν ελεύθεροι σε κάθε επίπεδο – πολιτικό (γι’ αυτό παίρνει θέση υπέρ της Παλαιστίνης), αλλά κυρίως προσωπικό· ώστε κανείς να μην κινείται σαν μαριονέτα κάτω από τα νήματα των προσωπικών τραυμάτων. Συμφωνείτε ή όχι μαζί μου; Αυτό είναι πάντα η πρόθεσή μου.»
Aν μιλά σαν thought leader είναι επειδή πλέον είναι ένας τέτοιος: γνωστός εδώ και χρόνια στον Καναδά· σήμερα όμως όπου κι αν ταξιδεύσει στον κόσμο κάποιος θα τρέξει κοντά του συγκινημένος ευχαριστώντας τον για τη δουλειά του. Δεν θεωρεί παράξενο αυτό: «Πιστεύω σ’ αυτά που λέω». Ξέρει καλά -με χιούμορ- πόσο ελαττωματικός άνθρωπος είναι κι ότι μόνο επειδή έχει επίγνωση κρατά υπό έλεγχο το εγώ του: «Για να σας διορθώσω… Έχω τεράστιο εγώ – απλώς δεν το πιστεύω!»
Με πληροφορίες από The Guardian
