Είναι πάντα καλοκαίρι και είμαστε παιδιά. Όλα γίνονται αργά, κι εμείς τρέχουμε στις θάλασσες με κατάμαυρους ώμους και συγκεχυμένες έννοιες. Ο χρόνος κυλάει κάτω από την άμμο, η πορτοκαλάδα έχει πάντα παγάκια, μια φωνή, μια γυναικεία φωνή υπάρχει παντού. Οπουδήποτε. Τραγουδάει. Την ακούμε χωρίς να ξέρουμε τι και πώς. Γίνεται ο ρυθμός μιας κυριαρχικής ραστώνης για να μην ξεχάσουμε ποτέ. Γι’ αυτή τη σύνδεση με το «τότε», για τη μεγέθυνση των στιγμών, που δεν αρκούν σκέτες, χωρίς λυγμούς και μετατοπίσεις.

Στο «πάντα καλοκαίρι» το «αν» και το «άμα» αποκτούν άλλη δυναμική. Οι λέξεις «αγόρι μου» είναι πανελεύθερες, η «σταλιά» μια μελλοντική αργκό, η «ορφάνια» μια μορφή αξιοπρέπειας.

Η Μαρινέλλα, η σπουδαία ερμηνεύτρια που πέθανε χθες, σε ηλικία 88 χρόνων, είναι ένα από τα πρόσωπα που υπάρχουν ως ηχοτοπία στο άθροισμα των καλοκαιριών μας. Τότε που τα ανοιχτά παράθυρα σε σπίτια και αυτοκίνητα σήμαιναν ιστορίες με φινάλε δυναμικό και ελπιδοφόρο.

Αγάπησε βαθιά, κυρίως όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ήταν η αφαιρετική της υπόσχεση στους χιλιάδες που την θαύμασαν. Δημιούργησε νωρίς τον ανεξάρτητο εαυτό της. Έζησε στο έπακρο. Διάλεξε ένα τέλος που την περιείχε, σχεδόν αναδυόμενη.

Σήμερα, δίπλα στη θάλασσα, ακούγαμε ραδιόφωνο. Κάποια στιγμή δυνάμωσα: «Να παίζει το τρανζίστορ τα αμερικάνικα». Αμέσως μεταφέρθηκα στο «πάντα καλοκαίρι». Είδα την καντίνα στην παραλία να σείεται στους ρυθμούς της Μαρινέλλας, σε ένα σέπια, ατέρμονο απόγευμα.

Μαμά, τι είναι τρανζίστορ; Η απορία ενός παιδιού την άνοιξη του 2026.

«Τρέχω» να του δείξω το δικό μας, αυτό που υπήρχε μόνιμα στην αποθήκη των παππούδων μου. Αλλά με σταμάτησε η φωνή με τις παρακάτω λέξεις: «Τραγουδάω εξήντα τόσα χρόνια, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι έκλεισα τον κύκλο μου και δεν είπα φτάνει. Όταν το αποφασίσω, θα είναι το πιο ήσυχο φευγιό που θα υπάρχει».

Έγινε, σε μεγάλο ποσοστό. Το χειροκρότημα εκείνης της φθινοπωρινής βραδιάς μένει αέναο. Από τη ζωή στο «για πάντα», χωρίς πόνο, χωρίς εξαϋλωση.

[mc4wp_form id="278"]