Τα παιδιά της δεκαετίας του ’90 – και των αρχών του 2000 – περίμεναν με λαχτάρα να έρθει κάθε σαββατοκύριακο. Δεν ήταν μόνο ότι είχαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο και δεν πήγαιναν στο σχολείο, αλλά ίσως ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχαν για να δουν τα πρωινά κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση. Δεν υπήρχε ακόμα το “on demand” του διαδικτύου και οι συνδρομητικές πλατφόρμες. Το μόνο που ήταν πιο κοντινό σε αυτή την υπηρεσία ήταν η επιλογή να νοικιάσεις κασέτα ή DVD από το videoclub της γειτονιάς.

Εκείνα τα χρόνια, υπήρχε μεγάλη ποικιλία παιδικών προγραμμάτων στην ελληνική τηλεόραση. Ταινίες της σύγχρονης εποχής και παλιότερες. Ποιοτικά προγράμματα και trash TV. Κινούμενα σχέδια με ζώα που μιλούσαν και ανθρώπους που ζούσαν στο διάστημα. Σενάρια που είχαν τεντώσει τη μεταφυσική και αναχρονιστικές ιδέες με πρωταγωνιστές βασιλιάδες και ευγενείς. Παραγωγές από τη δύση, αλλά και την ανατολή.

Παρόλα αυτά, δε θα ασχοληθώ με το περιεχόμενο και την ασυμβατότητα των περισσότερων παιδικών σειρών και ταινιών με τον ψυχικό κόσμο ενός παιδιού. Δε θα ασχοληθώ καν με την απουσία γονικού ελέγχου. Κάνω αυτή την εισαγωγή για να σταθώ σ’ ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που μου έχει χαραχθεί βαθιά στη μνήμη από τότε: Οι χαρακτήρες των «παιδικών» δεν πέθαιναν σχεδόν ποτέ. Είτε τους έκαναν μαύρους στο ξύλο, είτε ανατινάζονταν με δυναμίτη, στέκονταν ξανά στα πόδια τους σαν να μην έγινε τίποτα.

Θα μου πείτε λογικό, γιατί να δείχνουν στα παιδιά ανθρώπους και ζώα να γίνονται θύματα του δρεπανηφόρου χάρου; Σωστό, μόνο που έδειχναν όλη τη διαδικασία που σε οδηγεί στο «μεγάλο ταξίδι», σκιπάροντας απλά τη φάση με τα στεφάνια και το καπάκι. Και για να σας προλάβω, δε διψούσαν τα παιδικά μου μάτια να δουν σκιτσαρισμένο έναν θάνατο. Μου αρκούσε αυτός του Μουφάσα στον βασιλιά των λιονταριών. Απλώς, μην έχοντας βιώματα από την «αθέατη όψη», είχα κάποιες αθώες απορίες. Πότε κόβεται το νήμα της ζωής; Τι υπάρχει μετά από δω; Θα μπορώ κι εγώ να μην πεθαίνω όπως ο Son Goku; Ή να πυροβολώ χωρίς να σκοτώνω, όπως έκανε ο Lucky Luke;

Οι απορίες (δεν) λύθηκαν στην ώρα τους και η αθανασία των καρτούνς κέρδισε το σύμβολο που της αξίζει στη συνείδησή μου. Ίσως εκεί, κάπου ανάμεσα σ’ έναν φτωχό και μόνο καουμπόι και σ’ έναν Νίντζα με ουρά, άρχισε να διαμορφώνεται και ο τρόπος που βλέπω τον κόσμο σήμερα. Από τότε, μεγαλώνοντας μέσα στη γυάλα μου, έγινα «ψαγμένος» ενήλικος με την πολυτέλεια να φιλοσοφώ. Τα ερωτήματα του δεκάχρονου εαυτού μου επαναλαμβάνονται σαν λούπα σε ανανεωμένες εκδοχές και με αυξημένο βαθμό δυσκολίας. Όταν καταφέρνω να βρίσκω τις απαντήσεις που με ικανοποιούν, μού δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι μπορώ να μιλάω για τις ζωές των άλλων λες και είμαι εγώ ο καταλληλότερος να το κάνω. Αναζητώ συνεχώς «ξένους» ανθρώπους που νομίζω πως ζουν μόνιμα κάτω από το νερό σε μια μάταιη προσπάθεια να ταυτιστώ. Πώς γίνεται να μην πιάνει; Αφού ξένος είμαι κι εγώ στον «χαβά της ανθρωπότητας». Στο τέλος, καταλήγω να κουράζομαι από τη ρουτίνα του να είμαι «αυτός ο τύπος» και ψάχνω πάντα κάτι καινούριο. Ξανά μάταιο.

Αυτή η αναζήτηση μοιάζει πολλές φορές σαν μία μάχη των συμβόλων. Ένας πόλεμος ανάμεσα στην κυριολεξία και τη μεταφορά. Σκέφτομαι εκείνο το παιδί που καθόταν οκλαδόν στο χαλί μπροστά στην τηλεόραση και μπερδευόταν με τα ασαφή όρια της πραγματικότητας μπροστά και πίσω από το γυαλί. Πλέον, ξέρω ότι δε γίνεται να σου ρίξω μια σφαίρα και να σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πεθάνεις. Επίσης, ξέρω ότι δεν μπορώ να ανατινάζομαι συνέχεια και να ζω. Κι ας έχω ανάγκη κάθε τόσο έναν μικρό θάνατο. Έστω για την εμπειρία της ανάστασης*. Κι όμως, τις μεγάλες στιγμές της ζωής μου τις βιώνω σαν ένας καρτούν ήρωας. Εκεί που φαίνεται σίγουρος ο ερχομός της επιτυχίας, βγαίνω έξω στο δρόμο και σκοτώνομαι. Μην ανησυχείς όμως, στο επόμενο επεισόδιο ξαναπαίζω.

*Από το βιβλίο της Clarice Lispector, «Η ώρα του αστεριού»

[mc4wp_form id="278"]