Πριν από περίπου είκοσι χρόνια, μού είχε καρφωθεί η ιδέα να αναζητήσω τις ρίζες των προγόνων μου τέσσερις ή πέντε γενιές πίσω. Η αφορμή ήταν μια είδηση: το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού είχε ξεκινήσει ένα ερευνητικό πρόγραμμα, μελετώντας τα παλιά αρχεία του – φημισμένου για την οργάνωσή του– ελληνικού κράτους. Μέσα από αυτή την έρευνα, μπορούσε να φτάσει ενάμιση αιώνα πίσω και να σου πει από πού κρατάει η σκούφια σου. Ενθουσιάστηκα.
Έχω όμως ένα ελάττωμα, ανάμεσα στα άλλα, το οποίο μου επισημαίνει συχνά ο καλύτερός μου φίλος: πολλές φορές, διαβάζω τις ειδήσεις μισές. Κι εξαιτίας αυτής μου της αδυναμίας, δε διάβασα ότι η έρευνα του ιδρύματος αφορούσε αποκλειστικά σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, από την περίοδο της καταστροφής του 1922 και πίσω. Ο ενθουσιασμός μου έσβησε απότομα.
Παρόλα αυτά, δεν το έβαλα κάτω. Πήρα την απόφαση να το πάω μόνος μου. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, όταν πήγα στο χωριό της μητέρας μου, στην Ορεινή Ναυπακτία, έβαλα τη γιαγιά και τον παππού να μου ζωγραφίσουν το γενεαλογικό τους δέντρο μέχρι την άκρη της μνήμης τους. Έκατσα απέναντί τους σαν τον Αλέξη Παπαχελά και τους βομβάρδιζα με ερωτήσεις για ώρες. Αυτοί, σε αντίθεση με τους καλεσμένους του Αλέξη, απαντούσαν στην ουσία των ερωτήσεων κι εγώ σημείωνα στην κενή σελίδα ενός περιοδικού που περιείχε σταυρόλεξα. Μη θέλοντας να μου χαλάσουν το χατίρι, ανέσυραν από τη μνήμη τους ονόματα, χωριά και ιστορίες, για να καταλήξω στο τέλος να διαπιστώνω ότι οι πρόγονοι και των δύο, στα γύρω βουνά την έβγαζαν. Καμία έκπληξη. Ούτε από κλέφτες και αρματολούς κατάγομαι, ούτε από Σαρακινούς πειρατές, ούτε καν από Βενετσιάνους εμπόρους. Κρίμα. Τώρα πώς θα εξηγήσω τη γοητεία που μου ασκεί η ιταλική φινέτσα και κουλτούρα;
Ο καλοσυνάτος παππούς μου διέκρινε την αχρείαστη απογοήτευσή μου και μου είπε: «και γιατί σε νοιάζει τόσο πολύ, βρε Βάσο μου, από πού κρατάει η σκούφια μας; Έχει καμιά σημασία;». Γέλασα και του είπα: «έχεις δίκιο, παππουλάκο μου. Τι θα άλλαζε αν ήμασταν από τη Νάουσα της Πάρου;». Τώρα που το σκέφτομαι, κάτι θα άλλαζε. Ίσως να είχαμε ενοικιαζόμενα δωμάτια και να πλουτίζαμε από τη βαριά βιομηχανία του τουρισμού, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα.
Το θέμα μας είναι οι ρίζες και το νόημα που τους αποδίδεται. Οι πρόγονοί μου ήταν βουνίσιοι αγρότες και κτηνοτρόφοι κι εγώ ζω στην Αθήνα και μου ξεραίνονται οι πέντε γλάστρες που έχω στο μπαλκόνι. Κοιμόντουσαν όλοι και όλες στο πάτωμα γύρω από τη φωτιά κι εγώ έχω μυοσκελετικά προβλήματα από τη δουλειά γραφείου. Δεν πέρασαν την πόρτα κάποιου σχολείου κι εγώ διαβάζω την Ακύρωση του Μέλλοντος του Μαρκ Φίσερ. Ελάχιστη επιρροή στον τρόπο ζωής μου. Δεν άνοιξε ούτε έκλεισε κάποια πόρτα εξαιτίας τους. Ελπίζω μόνο να έχω κληρονομήσει τα γονίδια της ανθεκτικότητάς τους.
Κι όμως στα μάτια κάποιων ανθρώπων, όλοι χρεωνόμαστε το φορτίο της καταγωγής μας. Πιστεύουν ότι όλοι έχουμε μια ταυτότητα ανάμεσα στα δόντια μας, που κάτω από τα βιομετρικά χαρακτηριστικά, γράφει τα καλά και στραβά μας.Φαίνονται σίγουροι ότι όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να κινηθούμε εντός συγκεκριμένων ορίων, επειδή η τύχη μας έριξε φτωχούς σε μια γωνιά της γης. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θα έβλεπαν με ενδιαφέρον ένα ντιμπέιττων απογόνων του Καποδίστρια και του Μαυρομιχάλη το 2026 για το τι πήγε στραβά και χάσαμε τον πεφωτισμένο κυβερνήτη. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που «τσιμπάνε» στο δόλωμα του ρατσισμού και του φόβου και πανηγυρίζουν που επιτέλους το δυτικό ημισφαίριο έχει έναν «πανίσχυρο» ηγέτη. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που πιστεύουν στο ανθρώπινο κόστος της φύλαξης των συνόρων χωρίς να έχουν τη σιγουριά ότι δε θα χρειαστεί ποτέ αυτοί ή τα παιδιά τους να τα περάσουν όπως – όπως.
Για αυτούς, αν ξεκινάς από το σημείο Α, είσαι ύποπτος.
Αν ξεκινάς από το σημείο Α και διαφέρεις, είσαι ανεπιθύμητος.
Αν ξεκινάς από το σημείο Α, διαφέρεις και είσαι φτωχός, είσαι απειλή.
Αν ξεκινάς από το σημείο Α, διαφέρεις, είσαι φτωχόςκαι παλεύεις να φτάσεις στο σημείο Β, εξαντλημένος, πάνω σε μια σάπια βάρκα, είσαι εισβολέας.
