Η χρήση αντηλιακού αποτελεί βασικό μέσο προστασίας από την υπεριώδη ακτινοβολία, ωστόσο τα συστατικά πολλών προϊόντων φαίνεται πως δεν επηρεάζουν μόνο το ανθρώπινο δέρμα, αλλά και το θαλάσσιο περιβάλλον. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι ορισμένα φίλτρα UV, αφού ξεπλυθούν από το σώμα κατά την κολύμβηση ή μέσω του νερού και των λυμάτων, καταλήγουν στις θάλασσες, όπου ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες για τα οικοσυστήματα.

Οι χημικές αυτές ενώσεις χαρακτηρίζονται ως ψευδο-επίμονοι ρύποι, καθώς εισέρχονται διαρκώς στο θαλάσσιο περιβάλλον. Έρευνες έχουν συνδέσει την παρουσία τους με αποχρωματισμό και παραμορφώσεις κοραλλιογενών υφάλων, αλλά και με επιπτώσεις στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη διαφόρων θαλάσσιων οργανισμών, μεταξύ των οποίων και τα ψάρια.

Η αυξημένη χρήση αντηλιακών, ιδιαίτερα σε δημοφιλείς παραλίες, οδηγεί σε σημαντικές ποσότητες προϊόντων που καταλήγουν καθημερινά στη θάλασσα. Υπολογισμοί δείχνουν ότι σε μια παραλία με περίπου 1.000 λουόμενους μπορεί να εισέρχονται έως και 35 κιλά αντηλιακού ημερησίως, ανάλογα με την ποσότητα που χρησιμοποιείται και τη συχνότητα επανάληψης της εφαρμογής.

Επιστημονικές ανασκοπήσεις, που συγκέντρωσαν στοιχεία από περισσότερες από 110 μελέτες, εκτιμούν ότι κάθε χρόνο απελευθερώνονται χιλιάδες τόνοι φίλτρων UV σε περιοχές με κοραλλιογενείς υφάλους. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, παρά τα ευρήματα, η γνώση για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των ουσιών αυτών παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συσσώρευσή τους στη θαλάσσια τροφική αλυσίδα.

Φίλτρα UV έχουν εντοπιστεί σε θαλάσσια οικοσυστήματα σε κάθε γωνιά του πλανήτη, από πολυσύχναστες τουριστικές ακτές μέχρι απομακρυσμένες περιοχές, όπως η Ανταρκτική. Οι ουσίες αυτές φτάνουν στο νερό είτε άμεσα, όταν ξεπλένονται από το σώμα των λουόμενων, είτε έμμεσα μέσω των λυμάτων, των ντους ή ακόμη και των υφασμάτων που έχουν απορροφήσει αντηλιακό.

Μεταξύ των πιο διαδεδομένων χημικών ενώσεων είναι οι βενζοφαινόλες, με τη βενζοφαινόνη-3 να χρησιμοποιείται ευρέως σε αντηλιακά και καλλυντικά. Η συγκεκριμένη ουσία βρίσκεται στο μικροσκόπιο της επιστημονικής κοινότητας, καθώς εξετάζεται ο πιθανός ρόλος της ως ενδοκρινικού διαταράκτη, ενώ ορισμένες βενζοφαινόλες έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως επίμονες, βιοσυσσωρεύσιμες και τοξικές ουσίες.

Η παρουσία των φίλτρων UV δεν περιορίζεται στις θάλασσες. Έχουν επίσης ανιχνευθεί σε γεωργικές εκτάσεις, όταν ανακυκλωμένο νερό από μονάδες επεξεργασίας λυμάτων χρησιμοποιείται για άρδευση ή εμπλουτισμό του εδάφους. Μέσω της απορροής, οι ουσίες αυτές μπορούν να επιστρέψουν σε ποτάμια, λίμνες και παράκτια ύδατα, παρατείνοντας τον κύκλο της περιβαλλοντικής ρύπανσης.

Την ίδια στιγμή, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι πολλές από τις συμβατικές μεθόδους επεξεργασίας λυμάτων δεν καταφέρνουν να απομακρύνουν πλήρως ή να εξουδετερώσουν την τοξικότητα των φίλτρων UV. Για τον λόγο αυτό, ζητούν εντατικότερη έρευνα σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου και σε περισσότερα είδη θαλάσσιων οργανισμών, ώστε να αποσαφηνιστούν οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος και να αναπτυχθούν αποτελεσματικότερες λύσεις για την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων.

Η προστασία από τον ήλιο παραμένει απαραίτητη για τη δημόσια υγεία. Παράλληλα, όμως, η ανάπτυξη πιο φιλικών προς το περιβάλλον αντηλιακών και η περαιτέρω επιστημονική έρευνα μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των επιπτώσεων στα ευαίσθητα θαλάσσια οικοσυστήματα, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η προστασία του ανθρώπου από την ηλιακή ακτινοβολία.

[mc4wp_form id="278"]