Τους τελευταίους μήνες, άρχισα να διαβάζω λογοτεχνικά βιβλία πιο εντατικά απ’ ό,τι συνήθιζα. Ο λόγος ήταν η συμμετοχή μου σε μια άτυπη λέσχη φιλαναγνωσίας, ένα book club, όπως το λέμε στο Παγκράτι. Στην αρχή, βέβαια, δεν άλλαξε ιδιαίτερα η εικόνα που είχα για το διάβασμα. Βαρετό, αλλά απαραίτητο.Ένας φίλος μου, που έχει καταπιεί ολόκληρες βιβλιοθήκες, το χαρακτηρίζει εξοντωτικό. Κάθε φορά που τον ακούω, σκέφτομαι ότι μάλλον υπάρχει κάτι ύποπτο σε μια δραστηριότητα που οι πιο φανατικοί της οπαδοί, την περιγράφουν με όρους σωματικής καταπόνησης.

Ο καιρός περνούσε κι εγώ προσπαθούσα να ισορροπήσω ανάμεσα στις προθεσμίες, τον ελεύθερο χρόνο μου και την τάση να ταΐζω τον εγκέφαλό μου με junk food. Δεν το έβαλα κάτω όμως. Διάβαζα αργά και σταθερά. Ήμουν ο πιο αργός αναγνώστης ανάμεσα στους δύο. Όταν επιτέλους τελείωνα ένα βιβλίο, άρχιζε το αγαπημένο μου κομμάτι της διαδικασίας. Η συζήτηση. Συμφωνίες και διαφωνίες, αναλύσεις κι απόψεις, ερμηνείες και φαντασιώσεις. Στο τέλος, έμενε πάντα κάτι ωραίο. Η ιστορία αποκτούσε διαφορετικό σχήμα και το βιβλίο δεν τελείωνε στην τελευταία του σελίδα.

Έτσι, ψήθηκα ακόμα περισσότερο. Άρχισα να αγοράζω συνεχώς βιβλία. Περισσότερα από όσα μπορώ να «καταναλώσω». Κάποια στιγμή, με κυρίευσε ένας φόβος. Γυρνάω τότε και της λέω: «Ρε συ, είναι τόσα πολλά τα βιβλία για μια τόσο μικρή ζωή». Και μου απάντησε: «Καλύτερα. Φαντάζεσαι κάποτε να τελείωναν;».

Έχει δίκιο. Έχουν γραφτεί, γράφονται και θα γραφτούν αμέτρητα βιβλία,τουλάχιστον όσο υπάρχουν άνθρωποι. Πράγματα που διατρέχουν το φάσμα της ζωής, στοχεύουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και μερικές φορές, ξεπερνούν τα ασαφή όρια της πραγματικότητας. Λέξεις που μπαίνουν σε μια σειρά, μ’ έναν τρόπο που ενεργοποιεί τους δακρυγόνους αδένες και ξυπνά τους ορθωτήρες μυς του δέρματος. Ιστορίες για τις ζωές των άλλων που βλέπω μέσα σ’ αυτές τον μικρό μου εαυτό σε άλλους χρόνους κι εποχές. Σκέψεις που καθρεφτίζονται στη γλώσσα για να θυμίζουν στους φασαίους τι θα πει γοητεία.

Και κάπως έτσι, φτάνω, σιγά – σιγά, στο σημείο να αποκαλώ τους αγαπημένους και τις αγαπημένες μου συγγραφείς με τα μικρά τους ονόματα. Σαν να ανήκουν στην παρέα μου. Σαν να με ξέρουν καλά. Μέσα από όλα αυτά που διαβάζω, μπορώ να σου πω όλα όσα σκέφτομαι χωρίς να τα έχω γράψει εγώ. Ας μιλήσουν οι άλλοι για μένα, με όλα τα συγκινησιακά τους όπλα και να πουν κάτι που να μοιάζει με προτροπή. Κάτι που θα σε γοητεύσει περισσότερο από τις εξυπνάδες που λέω και γράφω. Κάτι του στιλ: «Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη. Στη ζωή από δω και πέρα δε θα συμβεί τίποτα κακό. Είδα τον εαυτό μου θλιμμένο και με σκυμμένο το κεφάλι στον καναπέ του κοινού μας σπιτιού. Οι πάνω άκρες των τοίχων συγκλίναν προς το κέντρο του σαλονιού υπό τυχαία γωνία. Κατάφερα να ξεφύγω, όπως κι εσύ. Και τώρα και οι δύο, με πάτημα ελαφρύ, μπορούμε να οδηγηθούμε κάπου καλύτερα. Σ’ ένα σημείο που θα είναι το ξεκίνημα μιας νέας κατηφόρας».

Κλαρίσε, Φερνάντο, Καίσαρα, Σάρα, θέλω τη βοήθειά σας ξανά.

[mc4wp_form id="278"]