Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Αλέκου Παναγούλη — πενήντα χρόνια από εκείνο το «παράξενο τροχαίο» της Πρωτομαγιάς του 1976 που στέρησε από τη χώρα μια μορφή φτιαγμένη από σπάνια υλικά.
Αν έπρεπε να χωρέσει σε μία φράση, θα έλεγες πως ο Παναγούλης ήταν από εκείνους που έζησαν όπως ακριβώς σκέφτηκαν. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς μεσαία σχήματα, χωρίς νώθες υπερβολές. Ποιητής — άρα ευαίσθητος· ευαίσθητος — άρα μαχητής· μαχητής — άρα αμείλικτος απέναντι σε κάθε ανάξια τάξη που θρέφεται από το σύστημα. Η ζωή του ήταν μια διαρκής επιμονή για την επόμενη, καλύτερη άνοιξη. Ήξερε πως το μέλλον δεν οικοδομείται εύκολα· πως κάποτε χρειάζεται να πάψεις να λογαριάζεις τη μικρή σου ζωή, όταν έχεις ήδη ακολουθήσει μέχρι τέλους τις επιταγές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.
Κι όμως, μέσα σε μόλις 36 χρόνια, πρόλαβε. Πρόλαβε να αρνηθεί, να συγκρουστεί, να σταθεί όρθιος εκεί όπου άλλοι λύγιζαν. Πρόλαβε να παλέψει μέσα από ένα χαμηλοτάβανο, τσιμεντένιο κελί, να διογκώσει τη ζωή του μέσα στην ασφυξία της απομόνωσης, να μετατρέψει ακόμη και το ίδιο του το αίμα σε εργαλείο μνήμης και αντίστασης — για να μη χαθούν τα ποιήματα, για να μη χαθεί ο όρκος.
Οι στίχοι του δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά βίωμα:
«Οι τοίχοι του κελιού το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν»
Η πορεία του στον αντιδικτατορικό αγώνα κατά τη διάρκεια της Δικτατορία των Συνταγματαρχών υπήρξε κορυφαία. Στις 13 Αυγούστου 1968, επιχείρησε να πλήξει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, γνωρίζοντας το τίμημα. Συνελήφθη, καταδικάστηκε σε θάνατο και υπέστη φρικτά βασανιστήρια, επιδεικνύοντας μια αντοχή που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα. Δεν συμμερίζονται όλοι τη μοναχική δράση· όμως στο πρόσωπό του η μοναχικότητα έμοιαζε να συμπυκνώνει τη δύναμη εκατό ανταρτών μαζί.
Μετά τη Μεταπολίτευση, εκλέχθηκε βουλευτής με την Ένωση Κέντρου, αλλά δεν πρόλαβε να δει το έργο του να ολοκληρώνεται. Ο θάνατός του, επισήμως τροχαίο, άφησε πίσω του ερωτήματα που δεν έσβησαν ποτέ. Για πολλούς, δολοφονήθηκε επειδή παρέμεινε επικίνδυνα αποφασισμένος — ένας άνθρωπος που δεν χωρούσε στις «τακτοποιημένες» εποχές που ακολούθησαν.
Ίσως γι’ αυτό τέτοιες μορφές σπανίζουν. Δεν μένει εύκολα κανείς φτιαγμένος από τα υλικά του Παναγούλη. Οι γενναίοι συχνά συναντούν τον θάνατο νωρίτερα, ενώ οι αντίπαλοί τους επιβιώνουν πιο άνετα μέσα στον χρόνο. Κι όμως, εκείνος πρόλαβε: να αφήσει πίσω του έναν τρόπο ύπαρξης που δεν συμβιβάζεται.
Πενήντα χρόνια μετά, η μνήμη του δεν ανήκει μόνο στην ιστορία, αλλά και σε μια διαρκή υπενθύμιση: πως υπάρχουν ζωές που δεν μετριούνται με τη διάρκειά τους, αλλά με την ένταση και την αλήθεια τους.
