Διάβασα πρόσφατα, σ’ ένα ειδησεογραφικό μέσο, από αυτά που θεωρεί η κυβέρνηση έγκριτα και σοβαρά, ότι ο μέσος οδηγός στην Αττική έχασε περίπου 111 ώρες το 2024 λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης, δηλαδή σχεδόν 4,5 μέρες καθαρός χρόνος στο αυτοκίνητο, απλώς «κολλημένος» στην κίνηση. Χρόνος επαρκής για να πάω ένα long weekend στην Καλαμάτα, να κάνω μαραθώνιο ταινιών του Θεόδωρου Αγγελόπουλου ή απλώς να κάθομαι σπιτάκι μου και να κοιτάω το ταβάνι. Αντί αυτών, 4,5 μέρες τον χρόνο, τις περνάω αλλάζοντας σταθμούς στο ραδιόφωνο, κατεβάζοντας ευφάνταστα οικονομιδικά καντήλια και τερματίζοντας το overthinking.
Όταν μοιράζομαι αυτή τη μοναδική αθηναϊκή εμπειρία με τους φίλους και τις φίλες μου, που ζουν σε υπερσύγχρονες και λειτουργικές πόλεις του εξωτερικού (τους κλαίγομαι δηλαδή), συνήθως παίρνω την απάντηση: “what a waste of life,re”. Σας ευχαριστώ. Ας πάει κι αυτό το κομμάτι χρόνου στα χαμένα μαζί με τα άλλα. Εσείς που αξιοποιείτε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής σας, πείτε μου πώς το κάνετε. Μέχρι τότε, εγώ θα ακολουθώ τον ίδιο δρόμο, που πάντα στην αρχή του, έχει μια τεράστια φωτεινή ένδειξη, η οποία γράφει στο περίπου: «Αν πας από εκεί, θα χάσεις από 10 λεπτά έως 8 χρόνια από τη ζωή σου». Το ξέρω, αλλά δεν έχω άλλο δρόμο να διαλέξω, αγαπημένη μου οθόνη. Την άλλη φορά να γράψεις κάτι που να έχει νόημα. Γράψε ότι μέχρι να φτάσω σπίτι δε θα συναντήσω άνθρωπο ή ότι με κάθε ευρώ που δίνω στον εργολάβο σου, ενισχύω τη μονάδα του νοσοκομείου «η Ελπίς» για την αντιμετώπιση της κίρρωσης του ήπατος ή πόσα κρατικά/εργοδοτικά εγκλήματα συνέβησαν το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Έτσι, ναι, θα μου γίνει λιγότερο αφόρητο.
Έχω γράψει αρκετά κείμενα για τον χρόνο. Τον χρόνο που κυλάει αργά ή γρήγορα, καταναλώνεται, ξοδεύεται, χάνεται, γιατρεύει, δεν επενδύεται, δε γυρίζει πίσω, προχωράει γραμμικά, αναλύεται σχετικά και κάποιες φορές, περνάει απαρατήρητος. Είναι ένα ζήτημα απίθανα μακρύ και δεν ξέρω από πού να το πρωτοπιάσω. Τις περισσότερες φορές, το εξαντλώ μέσα από το πρίσμα ενός ανθρώπου που βιώνει middle life crisis, ένα θέμα, για το οποίο μου είχε μιλήσει εκτενώς η γιαγιά μου, που δούλευε από δέκα χρονών στα καπνά, για το πώς το βίωνε στις αρχές της μεταπολίτευσης. Ποιον ή ποια ενδιαφέρει; Δεν ξέρω. Μάλλον όχι και τόσο αυτούς κι αυτές που είναι μπροστά ή πίσω από αυτήν την κατάσταση. Ίσως ενδιαφέρει τους millennials που κολλάνε στην κίνηση. Ίσως ενδιαφέρει τη μαμά μου, που μου λέει «γράψε, βρε αγόρι μου, επιτέλους κάτι χαρούμενο».
Ναι, είμαι λίγο dark, το παραδέχομαι, αλλά αυτά που γράφω δε θέλω να έχουν πρόσημο. Μπορείς να τα πάρεις και να τα κάνεις ό,τι θες. Έτσι κι αλλιώς διαβάζονται γρήγορα. Ελάχιστο χάσιμο χρόνου. Και όλα αυτά μέχρι να έρθει η μέρα που δε θα βρίσκω θέμα για να γράψω. Θα έχει στερέψει η φαντασία μου, θα έχει εξαντληθεί το μυαλό μου και θα είμαι μόνος μου πίσω από ένα τιμόνι. Το προειδοποιητικό μήνυμα θα αναβοσβήνει και θα λέει: «πάλι έχασες» κι εγώ θα κοιτάξω από το παράθυρο τον οδηγό στ’ αριστερά μου και χωρίς να ανοίξω το τζάμι θα του πω: «τώρα, ό,τι είναι, είναι».
