Υπήρξε μια εποχή που το όνομα Μπαρντό δεν μπορούσε να ειπωθεί χωρίς ένα υπονοούμενο χαμόγελο στη δεύτερη συλλαβή. Οι Γάλλοι δημοσιογράφοι λάτρευαν να αναφέρονται στην πιο ποθητή σταρ του κινηματογράφου με τα αρχικά της: «BB», δηλαδή bébé, μια παιγνιώδης αλλά και κάπως παιδική προσέγγιση των ταμπλόιντ. Όταν η Μπριζίτ Μπαρντό αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο στα μέσα της δεκαετίας του ’70 για να αφιερωθεί στα δικαιώματα των ζώων και στην εκστρατεία κατά της εισαγωγής μικρών φώκιας, ο γαλλικός Τύπος άρχισε να τη φωνάζει «BB-phoque», ένα λογοπαίγνιο με τη γαλλική λέξη για τη φώκια και μια αγγλική διπλή σημασία.
Η αγάπη της Γαλλίας για τη Μπαρντό άρχισε να φθίνει, παρά τον έντονο πατριωτισμό της και τον θαυμασμό της για τον Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος μάλιστα ανταπέδιδε το συναίσθημα. Όσο ο ακτιβισμός της για τα ζώα μεταμορφωνόταν στον 21ο αιώνα σε επιθέσεις κατά του χαλάλ κρέατος και στη συνέχεια σε οξείες δηλώσεις για την υποτιθέμενη «ισλαμοποίηση» της Γαλλίας, οι σχέσεις της με τον σύγχρονο κόσμο έγιναν ακόμη πιο τεταμένες.
Η εκρηκτική εμφάνιση στο σινεμά
Στη δεκαετία του ’50, πριν από τη σεξουαλική επανάσταση, το Νέο Κύμα και τον φεμινισμό, υπήρχε η Μπαρντό: ήταν το σύμβολο του σεξ, η νεότητα και πάνω απ’ όλα η προσωποποίηση της μοντέρνας εποχής. Υπήρξε η αθέατη δύναμη που ενέπνευσε σκηνοθέτες όπως ο Φρανσουά Τρυφό να στραφούν ενάντια στο παλιό κινηματογραφικό κατεστημένο.
Η Μπαρντό ήταν ίσως η πιο εντυπωσιακή πολιτιστική εξαγωγή της χώρας – ήταν, με λίγα λόγια, οι Beatles της Γαλλίας. Ως απελευθερωμένη και ασύστολα σαγηνευτική σταρ, έκανε τους Αμερικανούς θεατές να μένουν άφωνοι σε μια χώρα όπου το σεξ στην οθόνη παρέμενε ταμπού και παρουσιαζόταν κυρίως μέσα από χιουμοριστικό πρίσμα. Αν και δεν διέθετε το κωμικό ταλέντο της Μέριλιν Μονρόε, είχε φυσική γοητεία και αυθεντικό χάρισμα, χαρακτηριστικά που συχνά επισκιάζονταν από την υπερβολική εστίαση των μέσων στη σεξουαλικότητά της.
Τροφοδότησε έναν πεινασμένο κλάδο των ΜΜΕ ως υποτιθέμενη «μοιραία γυναίκα», με εραστές και πρώην συζύγους να τσακώνονται στους δρόμους του Παρισιού μπροστά στους φωτογράφους. Ωστόσο, αυτή η διαρκής εισβολή στην ιδιωτική ζωή την έφερε στα όρια. Η εικόνα της καταναλωνόταν όχι μόνο μέσω των ταινιών αλλά κυρίως από εξώφυλλα περιοδικών, παπαράτσι φωτογραφίες και κουτσομπολίστικες ιστορίες – ίσως μόνο η Τζένιφερ Άνιστον έχει βιώσει κάτι ανάλογο σήμερα.
Απόλυτη σταρ και καλλιτεχνικές συνεργασίες
Το 1956, σε ηλικία μόλις 22 ετών, ήρθε η μεγάλη ανατροπή με την ταινία «Και ο Θεός Έπλασε τη Γυναίκα». Εκεί, ως εκθαμβωτική ξανθιά με χαρακτηριστικό βάδισμα που έγινε συνώνυμο της θηλυκότητας των ’50s, υποδύθηκε μια γυναίκα που προκαλεί εμμονή σε έναν μεγαλύτερο άνδρα – μοτίβο που επαναλήφθηκε στις ταινίες της. Σκηνοθέτης ήταν ο τότε σύζυγός της Ροζέ Βαντίμ, που είχε σημαντικό έλεγχο στη ζωή και την καριέρα της.
Η Μπαρντό συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς. Ο Λουί Μαλ τη σκηνοθέτησε στο «Ιδιωτική Ζωή» (1961), όπου υποδύεται μια εκδοχή του εαυτού της: επίκεντρο υστερίας των media με σωσίες στους δρόμους του Παρισιού και κατάληξη τραγική στα χέρια του Τύπου – μια προφητική παραλληλία με την τύχη της Πριγκίπισσας Νταϊάνα.
Ωστόσο, είχε την ατυχία να αντιμετωπιστεί συγκαταβατικά από τον ίδιο τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Στην ταινία «Η Περιφρόνηση» (1963), η γυμνότητά της γίνεται σύμβολο εμπορευματοποίησης του σινεμά, αλλά η ματιά του σκηνοθέτη έχει μια κυνικότητα που αγγίζει τη μισογυνία.
Η Bardot ως αντικείμενο λαϊκής κουλτούρας και ακτιβισμού
Πιο παιχνιδιάρικη ήταν η προσέγγιση της Agnès Varda, που στη «Ευτυχία» (1965) σατίρισε το πόσο διαδεδομένη ήταν η εικόνα της Bardot: ένας ξυλουργός καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη Bardot και τη Ζαν Μορό – απαντά πως προτιμά τη γυναίκα του, όμως το ντουλάπι εργασίας του είναι γεμάτο φωτογραφίες Bardot. Ποιος δεν την προτιμούσε;
Καθώς προχωρούσαν τα ’60s, η Bardot συμμετείχε σε αρκετές μέτριες ταινίες – αν και οι θαυμαστές ξεχωρίζουν το γουέστερν “Shalako” (1968) με τον Σον Κόνερι. Στα μέσα όμως των ’60s στράφηκε στον ακτιβισμό: ενώ έκανε σκι στο Μεριμπέλ το 1965, ο γερμανικός ποιμενικός Charly (του Alain Delon) που πρόσεχε δάγκωσε στο πόδι ούτε λίγο ούτε πολύ τον πρόεδρο Bαλερί Ζισκάρ ντ’Εστένγκ. Οι απολογίες της Bardot τον εντυπωσίασαν τόσο που έγινε πολιτικός σύμμαχός της!
Η Bardot δεχόταν ήδη πειράγματα για τις φιλοζωικές ανησυχίες πριν αφιερωθεί πλήρως σε αυτές. Το σπίτι της κοντά στο Παρίσι (σήμερα έδρα του Ιδρύματος Brigitte Bardot) φιλοξενούσε κατσίκες, γάτες, κουνέλια, πάπιες, έναν γάιδαρο και πρόβατα – αφήνοντας τη δική του χαρακτηριστική μυρωδιά.
Kορυφαίες ερμηνείες και παρακαταθήκη
Η Bardot πρωταγωνίστησε σε εξαιρετικές ταινίες. Η «Αλήθεια» (1960) του Anri-Zorζ Kλουζό, ένα δικαστικό δράμα όπου δικάζεται για φόνο, καθηλώνει καθώς ο συνήγορός της προσπαθεί να αποδείξει πως δεν υπήρξε προμελέτη – ώστε να απαλλαχθεί λόγω εγκλήματος πάθους σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία.
Mέσα από αναδρομές αποκαλύπτεται η ταραχώδης ζωή μιας γυναίκας που καταφεύγει στην πορνεία και προκαλεί σκάνδαλο διαβάζοντας τους «Μανδαρίνους» της Sιμόν ντε Mποβουάρ. Η τελική ομιλία-καταπέλτης προς τους επικριτές είναι συγκλονιστική – χαρακτηριστικό δείγμα του εύρους και του πάθους της Bardot.
Aγαπημένη πολλών θεωρείται όμως η ταινία «Σε περίπτωση κινδύνου» (1958), βασισμένη σε μυθιστόρημα του Zορζ Σιμενόν. Εκεί η Bardot υποδύεται γυναίκα κατηγορούμενη για βίαιη ληστεία που σαγηνεύει τον μέσης ηλικίας δικηγόρο (Zαν Γκαμπέν) ώστε να αλλοιώσει στοιχεία υπέρ της. Η χημεία ανάμεσα στους δύο θρύλους είναι μοναδική – οι σκηνές τους ξεχειλίζουν από τρυφερότητα κι ειλικρινές συναίσθημα.
«Είμαστε ευτυχισμένοι!», αναφωνεί κάποια στιγμή η Bardot προς τον ουρανό. Και πράγματι: βλέποντάς την σε αυτόν τον ρόλο νιώθεις κι εσύ ευτυχισμένος.
Με πληροφορίες από The Guardian
