Η Βενετία ίσως αναγκαστεί να μετακινηθεί στο μέλλον, καθώς οι επιστήμονες προσπαθούν να τη σώσουν από την αυξανόμενη απειλή των πλημμυρών. Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Scientific Reports, αξιολογεί τις υπάρχουσες και πιθανές στρατηγικές προσαρμογής της ιταλικής πόλης απέναντι στις προβλέψεις για την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, όπως παρουσιάζονται στην Έκθεση Αξιολόγησης του IPCC των Ηνωμένων Εθνών.

Η Βενετία, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO στη Λιμνοθάλασσα της Βενετίας, έχει βιώσει εντεινόμενες πλημμύρες τα τελευταία 150 χρόνια. Το περασμένο καλοκαίρι, ισχυρές καταιγίδες έπληξαν την περιοχή, κατακλύζοντας τα αποχετευτικά συστήματα και μετατρέποντας τους δρόμους σε ορμητικά ποτάμια.

Το 2019, σοβαρές πλημμύρες προκάλεσαν δύο θανάτους και ζημιές εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ των οποίων και στον τουριστικό πόλο έλξης, τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Το 2023 παρουσιάστηκαν γυάλινα φράγματα και ένα σχέδιο αποκατάστασης ύψους 3,3 εκατομμυρίων ευρώ για την προστασία του 900 ετών ναού, ο οποίος παραμένει εκτεθειμένος στη μανία των παλιρροιών.

Οι επιστήμονες προτείνουν πλέον τρεις πιθανές στρατηγικές προσαρμογής για τη Βενετία, τονίζοντας ότι η άμεση δράση είναι «απαραίτητη». Ο συγγραφέας της μελέτης αναφέρει ότι η Βενετία αποτελεί παράδειγμα για τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν πολλές χαμηλές παράκτιες περιοχές λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας τα επόμενα χρόνια, όπως οι Μαλδίβες και η Ολλανδία.

Ενισχυμένα φράγματα ή μετεγκατάσταση;

Οι συντάκτες της μελέτης προβλέπουν ότι ίσως απαιτηθούν αναχώματα εάν η στάθμη της θάλασσας ανέβει πάνω από 0,5 μέτρα, κάτι που μπορεί να συμβεί έως το 2100 ακόμη και με χαμηλές εκπομπές ρύπων. Το κόστος εκτιμάται μεταξύ 500 εκατ. και 4,5 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για τεχνητούς επιχωματωμένους φραγμούς από χώμα, άμμο ή πέτρα που χτίζονται κατά μήκος ακτών ή ποταμών ως εμπόδιο στις πλημμύρες. Το κλείσιμο της λιμνοθάλασσας με ένα «super levee» (ευρύ ενισχυμένο ανάχωμα) θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει λύση για άνοδο πάνω από 0,5 μέτρα και να προστατεύσει την πόλη ακόμη και σε περίπτωση ανόδου έως και 10 μέτρων. Ωστόσο, το αρχικό κόστος θα ξεπεράσει τα 30 δισ. ευρώ.

Ως έσχατη λύση, η μελέτη αναφέρει ότι ίσως χρειαστεί η μετεγκατάσταση της πόλης, των κατοίκων και των ιστορικών μνημείων σε περίπτωση ανόδου πάνω από 4,5 μέτρα, κάτι που εκτιμάται πως μπορεί να συμβεί μετά το 2300, με κόστος έως και 100 δισ. ευρώ. Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις όπως μόνιμα φράγματα μπορεί να απαιτήσουν 30 έως 50 χρόνια κατασκευής, καθιστώντας τον έγκαιρο σχεδιασμό απαραίτητο.

Στρατηγικές χωρίς εύκολη λύση

«Η ανάλυσή μας δείχνει πως δεν υπάρχει βέλτιστη στρατηγική για τη Βενετία», δηλώνει ο καθηγητής Robert Nicholls, του Κέντρου Ερευνών για την Κλιματική Αλλαγή Tyndall στο Πανεπιστήμιο East Anglia.

«Κάθε προσέγγιση πρέπει να εξισορροπεί πολλούς παράγοντες: την ευημερία και ασφάλεια των κατοίκων της Βενετίας, την οικονομική ανάπτυξη, το μέλλον των οικοσυστημάτων της λιμνοθάλασσας, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τις παραδόσεις της περιοχής».

Ο Nicholls υπογραμμίζει ότι όλες οι χαμηλές παράκτιες περιοχές πρέπει να αντιληφθούν το πρόβλημα της μακροπρόθεσμης ανόδου της στάθμης της θάλασσας και «να ξεκινήσουν τον σχεδιασμό προσαρμογής από τώρα».

«Δεδομένης της υψηλής πολιτιστικής αξίας της Βενετίας, αυτά τα κόστη είναι σαφώς ελλιπή και καμία στρατηγική προσαρμογής δεν μπορεί να διατηρήσει τη Βενετία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα μακροπρόθεσμα», προσθέτει.

Γιατί ανεβαίνει η στάθμη στη Βενετία;

Η Βενετία, λόγω θέσης σε ρηχή λιμνοθάλασσα, κινδυνεύει ήδη κατά τις υψηλές παλίρροιες. Σύμφωνα με τα Royal Museums Greenwich, εποχικοί άνεμοι σιρόκο προκαλούν συχνά «καταιγίδες κύματος», σπρώχνοντας νερά από την Αδριατική προς τη λιμνοθάλασσα και την πόλη. Όταν συμπίπτουν παλίρροιες και καταιγίδες κύματος, οι πλημμύρες γίνονται ακραίες.

Η παγκόσμια υπερθέρμανση επιταχύνει περαιτέρω την άνοδο λόγω τήξης παγετώνων αλλά και θερμικής διαστολής του νερού. Επιπλέον πρόβλημα αποτελεί η καθίζηση του εδάφους στη Βενετία κατά περίπου 1 χιλιοστό τον χρόνο, εξαιτίας φυσικών μεταβολών αλλά και ανθρώπινης δραστηριότητας όπως η άντληση υπόγειων υδάτων – κάτι που πλέον έχει απαγορευτεί.

[mc4wp_form id="278"]