Όταν ήμουν φοιτητής στο Μετσόβιο και προσπαθούσα να ισορροπήσω ανάμεσα στην κραιπάλη και το απαιτητικό πρόγραμμα σπουδών, ασχολήθηκα – μεταξύ άλλων – με την προγύμναση μαθητών και μαθητριών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε με μία λέξη «φροντιστήριο».

Κατά τη διάρκεια αυτής της ενασχόλησής μου, συνάντησα αρκετούς μαθητές και αρκετές μαθήτριες. Παιδιά που είχαν απορίες, παιδία που βαριόντουσαν, παιδιά που έκαναν πλάκα και παιδιά που ήταν αγχωμένα. Παιδιά σε σπίτια της «καλής κοινωνίας», παιδιά σε κοινωνικά φροντιστήρια και παιδιά σε «άδειους» χώρους. Με τα περισσότερα από αυτά κατάφερνα, πέρα από τα στενά όρια του μαθήματος, να συνδεθώ, όταν έβλεπα τι νιώθουν ή για ποιο πράγμα αγωνιούν. Το χρωστούσα άλλωστε στον εαυτό μου για την αδιαφορία που εισέπραξα από τους δικούς μου δάσκαλους (όχι όλους).

Ένας μαθητής όμως κατάφερε να κλέψει αιώνια την καρδιά μου. Και δεν ήταν για τις επιδόσεις του ή τον χαρακτήρα του, αλλά για την αγνή, αυθεντική άγνοια που τον διακατείχε. Ήταν ένα παιδί που δεν πήρε ποτέ απάντηση, όταν ρωτούσε «γιατί μπαμπά; Γιατί μαμά;».

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η απάντησή του σε μια απλή πράξη διαίρεσης 12 δια 6. «Κάνει 8!» μου απαντάει με μια σπάνια φυσικότητα. Δε θέλω να ασχοληθείτε τόσο με τη λαθεμένη απάντηση που δίνει ένας έφηβος της δευτέρας γυμνασίου, σ’ ένα απλό ερώτημα που γνωρίζει ένα εξάχρονο παιδί. Το καλύτερο έρχεται τώρα. «Μα, χρυσέ μου άνθρωπε, δεν κάνει 8, το αποτέλεσμα της πράξης είναι 2!», τού λέω με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου.

«Άποψή μου. Εσύ μπορείς να λες 2, εγώ να λέω 8 και να είμαστε και οι δύο εντάξει». Εκείνη τη στιγμή, η απόγνωση αντικαταστάθηκε από την απελπισία. Έγειρα την πλάτη μου στην καρέκλα και σταμάτησα να μιλάω. Του είπα ότι το μάθημα τελείωσε για σήμερα και ότι ήταν ελεύθερος να πάει στο σπίτι του.
Δεν είναι το μοναδικό «μαργαριτάρι» που είχε εκστομίσει ο συγκεκριμένος μαθητής, έχω ολόκληρη συλλογή που γεμίζει ένα ωριαίο stand-up comedy show. Είναι αυτό όμως που μου έχει εντυπωθεί περισσότερο, για τον απλό λόγο ότι τον πυρήνα αυτής της σκέψης τον έχω συναντήσει αρκετές φορές από τότε στη ζωή μου και μάλιστα από «έξυπνους» ανθρώπους. Το συναίσθημα παραμένει το ίδιο. Σηκώνω τα χέρια ψηλά και φαντασιώνομαι ότι είμαι η Αννίτα Πάνια που χτυπάει το πατίνι και φωνάζει: «έλα το επόμενο παρατράγουδο».

Είναι κάποια πράγματα που δεν μπαίνουν σε debate. Δεν κρατάμε ο καθένας μας από μια άποψη που μας βολεύει και από εκεί και μετά είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Και δε μιλάω για εύκολους στόχους όπως flatearthers, αστρολόγους και ψεκασμένους πρώην παίχτες reality. Ούτε γι’ αυτούς που πιστεύουν ότι πάνε κόντρα στο σύστημα αν αμφισβητήσουν τους νόμους του Νεύτωνα και την ιατρική επιστήμη. Αναφέρομαι στους δήθεν σοβαρούς που εκφράζουν απόψεις για όλα τα σύγχρονα ζητήματα που μας απασχολούν. Που νομίζουν ότι η ηθική τους, πρέπει να γίνει η ηθική όλου του κόσμου. Εστιάζω εκεί που η πραγματικότητα «θολώνει» με τη χρήση μόνο ενός «κατάλληλου» τηλεοπτικού φακού. Εκεί που η αντικειμενικότητα και το δίκαιο είναι προνόμιο των ισχυρών και οτιδήποτε πέρα από αυτό είναι «διχαστικό, τοξικό και μίζερο». Εκεί που η κοινή λογική παθαίνει κράμπες όταν ακούγεται η φράση «έτσι πιστεύω και έτσι είναι».

Το ότι δε ζούμε μια ζωή αντάξια των σύγχρονων δυνατοτήτων, είναι δεδομένο. Το ότι ο κόσμος σκοτώνεται «για του αφέντη του φαΐ», όπως έλεγε ο Βάρναλης είναι επίσης δεδομένο. Δε χρειαζόμαστε κανέναν σοφό να το τεκμηριώσει ούτε κάποιον να μας πείσει ότι πρέπει να το υποστούμε. Δε χρειαζόμαστε κανένα δημόσιο πρόσωπο με το «βάρος» του να πει: «άποψή μου». Έχουμε μάτια και αυτιά. Οι απαντήσεις είναι μπροστά μας, αρκεί να κάνουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις. Κι αν είναι οι ερωτήσεις εύκολες, θα είναι εύκολες και οι απαντήσεις. Το «γιατί» δε θα είναι πια βασανιστικό και δε θα χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση. Δε θα δυσκολευτούμε άλλο, δε θα είναι περίπλοκο και δε θα πιαστούμε άλλο κορόιδα. Θα είναι απλό.

[mc4wp_form id="278"]