Το 1917, στην καρδιά της μεξικανικής επανάστασης για «Γη κι Ελευθερία», εκτελείται ο Φορτίνο Σαμάνο. Ένας επαναστάτης που έγινε γνωστός αρκετά χρόνια αργότερα για μια φωτογραφία. Μια φωτογραφία τραβηγμένη λίγα λεπτά πριν τελειώσει η ζωή του. Ο λόγος που αυτή η εικόνα συνεχίζει να απασχολεί τους σημερινούς ανθρώπους (μέχρι και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έγραψε ολόκληρο τραγούδι) δεν είναι ότι ο Σαμάνο υπήρξε κεντρικό πρόσωπο του ιστορικού πλαισίου εκείνης της εποχής, αλλά η στάση του απέναντι στο μοιραίο.

Στη φωτογραφία, χαμογελάει. Έχει ένα μικρό, σχεδόν καθημερινό χαμόγελο. Τα χέρια του τα κρατάει πίσω, με τον κορμό να είναι ελαφρώς λυγισμένος χωρίς καμία ένταση. Δεν κοιτάει το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά τον φωτογράφο, δηλαδή εμάς. Σα να μην προετοιμάζεται για το χτύπημα. Σαν ήρωας του Καμύ δεν αντιστέκεται. Παρά τη σαφήνεια της σκηνής και το γνωστό τέλος, δείχνει να αρνείται το συναίσθημα που περιμένουμε. Περιφρονεί τον θάνατο και του αφαιρεί τη δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσουν.

Κόντρα συναίσθημα. Εκεί το πάω. Πώς γίνεται να τραγουδάς δίπλα στο γκρεμισμένο σου σπίτι; Πώς γίνεται να χορεύεις, όταν ξέρεις ότι αύριο θα σε στήσουν στον τοίχο; Και από την άλλη πλευρά, πώς γίνεται να γελάς και να χαριεντίζεσαι όταν περνούν τα νομοσχέδια που ψηφίζεις παίρνοντας στο λαιμό σου τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων; Πώς γίνεται, ως επικεφαλής ενός κράτους, να εγκαινιάζεις νέους υπερσύγχρονους ιδιωτικούς αυτοκινητόδρομους και να αναφέρεις σε πανηγυρική ομιλία τα ονόματα ανθρώπων που σκοτώθηκαν στο παλιό οδόστρωμα χαμογελώντας; Στην πρώτη περίπτωση, νιώθω ότι ο κόσμος μεγαλώνει. Στη δεύτερη, βλέπω ερπετά να σέρνονται.

Σίγουρα, υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μέσα από μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, αλλά αυτή τη στιγμή που γράφω δεν με ενδιαφέρουν. Όπως για την ώρα, δε με ενδιαφέρει να εξηγήσω τους μηχανισμούς της απανθρωπιάς. Με ενδιαφέρει η καλή πλευρά, η αθόρυβη. Θέλω να παρατηρήσω τους ανθρώπους που «χαμογελάνε κατά μέσα», όπως έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος. Αυτούς που δεν πιστεύουν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο, αλλά κάνουν καλά τη «δουλειά» τους. Αυτούς που βρίσκουν τον ρυθμό στην καρδιά τους και όχι στα βήματα. Αυτούς που, μέσα σε μια αφιλόξενη πόλη γεμάτη στρεσογόνους παράγοντες, καταφέρνουν να βγάλουν τον μήνα χωρίς να πέφτουν σε μια μαύρη τρύπα. Αυτούς που συμφιλιώνονται με το παρόν και λένε: «ό,τι κι αν έρθει, θα το αντιμετωπίσω». Εκεί, νομίζω, κρύβεται μια μικρή, σιωπηλή μορφή ελευθερίας.

Ίσως τελικά αυτό το χαμόγελο του Σαμάνο να μην είναι πράξη γενναιότητας, αλλά μια στάση που λέει «καλά τα κατάφερα μέχρι εδώ». Ένα χαμόγελο που κρύβεται μέσα στους ανθρώπους που κοιτάνε ψηλά, για να βγει την κατάλληλη στιγμή. Ένα μικρό «όχι» που λέει «αυτό δεν μπορείς να μου το πάρεις, ακόμα κι αν με σκοτώσεις». Και ίσως αυτό να είναι το πιο πολιτικό πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς σήμερα: να μην αφήσει τον φόβο, την εξουσία ή την απόγνωση να του υπαγορεύσουν το πρόσωπο με το οποίο θα σταθεί απέναντι στον κόσμο.

[mc4wp_form id="278"]