Η Μπριζίτ Μπαρντό (Παρίσι, 91 ετών), η θρυλική ηθοποιός και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων, έφυγε από τη ζωή στην Τουλόν, στη νοτιοανατολική Γαλλία, την Κυριακή, όπως ανακοίνωσε το ίδρυμά της σε επίσημη δήλωση. Τις τελευταίες εβδομάδες ανάρρωνε από χειρουργική επέμβαση, τη δεύτερη μέσα σε λίγους μήνες. Πριν λίγο καιρό, μετά από 11 χρόνια σιωπής στα μέσα, είχε βγει δημόσια να διαψεύσει φήμες για τον θάνατό της, με το δικό της αφοπλιστικό ύφος: «Δεν ξέρω ποιος ηλίθιος διέδωσε αυτή τη φήμη». Αυτή τη φορά, όμως, ο μύθος που δημιούργησε ο Ροζέ Βαντίμ στην εμβληματική ταινία του 1956 «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα», έφτασε στο τέλος του.

Η μορφή της Μπαρντό ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του κινηματογράφου, προαναγγέλλοντας μεγάλες κοινωνικές αλλαγές στη Γαλλία και την Ευρώπη του 20ού αιώνα. Πολύ πριν γίνει μούσα της άκρας δεξιάς ή μαχητική υπέρμαχος των ζώων, υπήρξε το αινιγματικό σύμβολο μιας χώρας που άλλαζε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το στυλ της — μαντήλια στα μαλλιά, μαύρη κορδέλα στο μέτωπο, καρό παντελόνια — ενσάρκωνε μια Γαλλία που πάλευε ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Οι γυναίκες απελευθερώνονταν κοινωνικά και σεξουαλικά, ενώ η ίδια γινόταν εξώφυλλο σε περιοδικά και αντικείμενο θαυμασμού ανδρών και γυναικών.

Η Μπαρντό ήταν πηγή έμπνευσης για διανοούμενους όπως ο Ρολάν Μπαρτ και ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, αλλά και για συγγραφείς όπως η Σιμόν ντε Μποβουάρ. Η τελευταία την αποκάλεσε «η μηχανή της ιστορίας των γυναικών», που με τη σιωπηλή αλλά διαρκή στάση της προωθούσε την ισότητα των φύλων. Η ίδια ωστόσο δεν αυτοπροσδιοριζόταν ποτέ ως φεμινίστρια: «Δεν είναι θέμα μου αυτό, εμένα μου αρέσουν οι άντρες», είχε δηλώσει πριν ένα χρόνο.

Τα πρώτα βήματα και η εκτόξευση στο σινεμά

Η Μπριζίτ Μπαρντό γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, στο 15ο διαμέρισμα του Παρισιού, σε εύπορη οικογένεια. Κόρη μηχανικού και μητέρας παθιασμένης με τις τέχνες, μεγάλωσε σε αυστηρό αλλά καλλιτεχνικά πλούσιο περιβάλλον. Από μικρή ξεχώρισε στον κλασικό χορό και μόλις στα 7 μπήκε στο Ωδείο Παρισιού.

Η μόδα και το σινεμά αποτέλεσαν συγκοινωνούντα δοχεία για τη νεαρή Μπαρντό. Σε ηλικία 15 ετών βρέθηκε στο εξώφυλλο του Elle, γεγονός που τράβηξε την προσοχή του σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ. Αντιμέτωπη με αντιρρήσεις της οικογένειάς της — πλην του παππού της που δήλωσε: «Αν είναι να γίνει πόρνη, θα γίνει είτε παίξει στον κινηματογράφο είτε όχι» — η Μπαρντό πήρε την ευκαιρία της.

Ο Βαντίμ περίμενε να ενηλικιωθεί για να την παντρευτεί. Η μεταμόρφωσή της σε γυναίκα-σύμβολο ήταν εκρηκτική: πρωταγωνίστησε στη Nouvelle Vague και καθιέρωσε το μπικίνι στις παραλίες των Καννών. Έπαιξε σε 45 ταινίες — οι περισσότερες χωρίς ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον — όμως ξεχώρισε σε έργα όπως “En cas de malheur” (1958), “Voulez-vous danser avec moi?” (1959) και “Viva Maria!” (1965), όπου συναντήθηκε με τη Ζαν Μορό.

Η μουσική καριέρα και ο μύθος Bardot

Παράλληλα με τον κινηματογράφο, η Μπαρντό ηχογράφησε 60 τραγούδια και ενέπνευσε τον θρυλικό “Je t’aime… moi non plus” του Σερζ Γκενσμπούργκ, με τον οποίο μοιράστηκε τόσο το στούντιο όσο και προσωπικές στιγμές. Η ίδια αρνήθηκε αρχικά να κυκλοφορήσει το κομμάτι· έτσι ο Γκενσμπούργκ το επανηχογράφησε με τη Τζέιν Μπίρκιν.

Το «αινίγμα» Bardot αποτέλεσε zeitgeist μιας εποχής: απέρριψε τα στερεότυπα γυναίκας-μητέρας ή συζύγου, άλλαζε συντρόφους χωρίς τύψεις και ζούσε μια προκλητική ελευθερία χωρίς να τη μετατρέπει σε ιδεολογία. Όπως έλεγε: «Το φεμινισμός δεν είναι το στιλ μου. Εμένα μου αρέσουν οι άντρες». Μετά τον Βαντίμ ήρθε ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν ως σύντροφος. Αν ένας άντρας την κουραζε, απλά τον αντικαθιστούσε.

Η κορυφαία στιγμή στη φιλμογραφία της ήρθε με το “Le Mépris” (1963) του Γκοντάρ, όπου απέδωσε μοναδικά τον γυναικείο μυστήριο χωρίς ίχνος ενοχής — κάτι που οι λογοκριτές δεν μπορούσαν να ανεχθούν. Το 1973 αποφάσισε να αποσυρθεί πρόωρα από τον κινηματογράφο και εγκαταστάθηκε στη θρυλική βίλα La Madrague στο Σεν Τροπέ.

Bardot: μεταξύ θρύλου και αντιπαράθεσης

Ο μύθος της Μπαρντό ήταν πιο κοντά στη Μαρισόλ παρά στη Μέριλιν Μονρόε. Όμως η ίδια περιέγραψε μια μοναδική συνάντηση με τη Μονρόε το 1956 στο Λονδίνο: δύο σύμβολα θηλυκότητας συναντήθηκαν τυχαία στο γυναικείο αποδυτήριο ενός θεάτρου κατά τη διάρκεια βασιλικής παράστασης – μια στιγμή που έμεινε στην ιστορία.

Μπαρντό, ίσως επηρεασμένη από το τραγικό τέλος της Μονρόε, διέκοψε στα 39 χρόνια την καριέρα της εξουθενωμένη από τα φώτα της δημοσιότητας και την πίεση των μέσων. Ένιωθε “φυλακισμένη” από την εικόνα της και αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στα ζώα.

Το 1986 ίδρυσε το Iδρυμα Brigitte Bardot, που παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα για την προστασία των ζώων.

Aμφιλεγόμενη δημόσια παρουσία τα τελευταία χρόνια

Aν και η προσωπικότητα της Bardot αποτελεί καθρέφτη της γαλλικής κοινωνίας του περασμένου αιώνα, οι ιδεολογικές της μετατοπίσεις αντανακλούσαν τις πολιτικές αλλαγές στη χώρα. Από τότε που εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στράφηκε όλο και περισσότερο προς θέσεις ακραίας δεξιάς — κατά της μετανάστευσης και κοντά στον τότε Εθνικό Μέτωπο του Zαν Μαρί Λεπέν.

Στο βιβλίο της “Un cri dans le silence” υποστήριξε ότι υπάρχει “ισλαμοποίηση” στη Γαλλία κι έκανε λόγο για “επικίνδυνη διείσδυση” μουσουλμάνων που δεν προσαρμόζονται στους γαλλικούς νόμους. Σε επιστολή προς τον τότε πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί εξέφρασε αγανάκτηση για όσα θεωρούσε επιβολή ξένων εθίμων στη χώρα — δηλώσεις που της κόστισαν καταδίκες για υποκίνηση μίσους.

Eπιπλέον επέκρινε κινήματα όπως το #MeToo, θεωρώντας τα “κυνήγι μαγισσών” σε βάρος ταλαντούχων φίλων όπως ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ.

Tο τελευταίο καταφύγιο στην Προβηγκία

Η Bardot, πάντοτε ονειρευόταν να ζει δίπλα στη θάλασσα. Όταν μπόρεσε οικονομικά, αγόρασε τη La Madrague έναντι 24 εκατομμυρίων φράγκων, όπου φιλοξένησε λαμπερές γιορτές αλλά κυρίως προστάτευσε δεκάδες ζώα μέσω του ιδρύματός της.

Tον περασμένο Μάιο, αποκάλυψε ότι πλέον διαμένει στη La Garrigue στις πλαγιές πάνω από το Σεν Τροπέ, αναζητώντας περισσότερη ηρεμία. Με τον θάνατό της, ο μύθος ξεπερνά πλέον κάθε αντιπαράθεση.

 

 

[mc4wp_form id="278"]